Αγαπώ το τρόλεϊ. Είναι ένας ήσυχος τρόπος να τσουλήσεις μέσα στην πόλη, έχει κάτι παλιακό και, φυσικά, δεν είναι αντικοινωνικό όπως τα αυτοκίνητα. Δεν μολύνει, δεν κρίνει (είναι ακόμη φθηνό). Μερικά μεσημέρια κατεβαίνω από την Καλλιθέα στο Σύνταγμα με το τρόλεϊ 5 ή με το 1. Γιαγιάδες προσπαθούν να εξυπηρετηθούν με τη συγκεκριμένη γραμμή. Η γραμμή τις έχει γραμμένες. Το τρόλεϊ θέλει γερά πόδια, όπως και το λεωφορείο. Πρέπει να μπορείς ν’ αντισταθείς στις δυνάμεις της βαρύτητας. Να αντέξεις πατικωμένη ανάμεσα στους συμπολίτες σου. Μερικές φορές το παίρνω για να χτίσω μυ. Βοηθάει να μην έχεις αγοραφοβία, αλλά αν έχεις, θα την ξεπεράσεις μέσω έκθεσης σε πλήθη που δεν μπορείς να ελέγξεις και που θα τριφτούν πάνω σου.
Καιρό μετά τους θριάμβους Ελλήνων και Ελληνίδων στους Παραολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού, τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ προφανώς δεν απευθύνονται σε όσους δεν έχουν τέλεια λειτουργικά πόδια. Το κέντρο της πόλης παραμένει προκλητικά δυσπρόσιτο σε οποιονδήποτε έχει κάποιου είδους κινητικό πρόβλημα. Φυσικά, οι άνθρωποι με αναπηρία δεν σταματάνε εύκολα στα εμπόδια, θα πάνε για καφέ όσο δύσκολο κι αν τους το κάνεις, αλλά γιατί να τους το κάνεις δύσκολο; Η σύγκριση της Αθήνας με άλλες πόλεις, όχι μακρινές (οικονομικά και γεωγραφικά), βλ. Λισαβόνα, είναι τραγική.
Πάντως το τρόλεϊ μερικές φορές δεν έρχεται και καθόλου. Ή έρχεται ξαφνικά σαν φάντασμα. Η στάση λέει πως δεν θα έρθει, είναι στάση αυστηρά φτιαγμένη για πιστούς. Οπότε, αν όντως πιστεύεις σ’ όλο αυτό, μπορείς να περιμένεις και κάτι θα εμφανιστεί. Ζήτα και θα σου δοθεί κ.λπ. Οι γιαγιάδες, μυημένες και εξασκημένες, έχουν τις σακούλες ανά χείρας, έτοιμες προς επιβίβαση ανά πάσα στιγμή.
Η Κυψέλη, εν τω μεταξύ, πρέπει να είναι κάποιου είδους νησί. Γιατί ουσιαστικά δεν συνδέεται με την υπόλοιπη πόλη. Φυσικά, ναι, υπάρχουν τόσα λεωφορεία και τρόλεϊ που πάνε από το Πανεπιστήμιο και την Ομόνοια προς τα κάτω. Αλλά τις ώρες αιχμής πρέπει να είσαι έτοιμη για όλα. Πρέπει να παλέψεις για το δικαίωμά σου να φτάσεις στην καρδιά της πόλης. Να έρθεις κοντά –υπερβολικά κοντά– με τον λαό της Κυψέλης, που οι γραμμές των συγκοινωνιών τον έχουνε καλά γραμμένο. Κάτι λεωφορειάκια σαν μεγάλο βαγόνι τελεφερίκ. Κάτι ταλαίπωρα οχήματα. Και μέσα όλοι μια μεγάλη αγκαλιά.
Εν τω μεταξύ κάποιοι άνθρωποι θέλουν να μεταφέρουν το καρότσι με το μωρό τους. Αλλοι θέλουν να μεταφέρουν τα ψώνια τους, λες και είμαστε κάπου πολιτισμένα και άνετα, ώστε να μπορείς να βάλεις το καρότσι του μωρού σου και πάλι να χωρέσουμε όλοι. Φαντάσου να βάζαμε και τ’ αναπηρικά καρότσια μέσα. Και τα καρότσια των γιαγιάδων της λαϊκής. Δηλαδή φαντάσου να είχαμε την απαίτηση το μέσο να ήταν όντως μέσο και όχι πίστα ελέγχου αντοχών. Ε, πάει πολύ.
Το καλοκαίρι/φθινόπωρο «έτρεχε» μία έκθεση στην εξωτερική περίφραξη του πάρκου Νιάρχος, όπου άνθρωποι καθημερινοί, νορμάλ, γέροι, νέοι, με βαμμένα μαλλιά, καραφλοί, είχαν φωτογραφηθεί με το ποδήλατό τους.
Πετράλωνα, Εξάρχεια, Καλλιθέα έως και στο Σύνταγμα είχε. Κανονικοί άνθρωποι που πάνε με το ποδήλατο. Κι όλο το φθινόπωρο ο ήλιος έλαμπε στην Αθήνα, κάθε μέρα καλύτερη από την προηγούμενη, είχε φως και δροσιά και ελάχιστες μέρες βροχής. Είναι κάπως περίεργο, αν το σκεφτείς, που δεν πάνε όλοι με το ποδήλατο ή τα πόδια. Δεν υπάρχει «ελληνική νοοτροπία» και τέτοια που τάχα εμποδίζουν. Το αληθινό εμπόδιο είναι το σχέδιο και το όραμα για την αστική μετακίνηση ή μάλλον η απουσία τους.

