Είναι χειμώνας στη Βιέννη, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1880. Ο Φρίντριχ Νίτσε επισκέπτεται τον γιατρό Γιόζεφ Μπρόιερ στο σπίτι του. Ο Νίτσε είναι διαρκώς άρρωστος, φοβάται πολύ το ψύχος, γι’ αυτό φοράει μάλλινο κοστούμι με γιλέκο και παλτό. Ο Μπρόιερ δέχεται τον ασθενή του ντυμένος επίσης με κοστούμι, όπως επιβάλλει η εποχή. Το πρόβλημα είναι ότι και οι δύο ιδρώνουν ασταμάτητα. Παράξενο! Τα μαλλιά του Νίτσε έχουν κολλήσει στο κεφάλι του και το εντυπωσιακό μουστάκι κολλάει στα μάγουλά του. Το πρόσωπο του Μπρόιερ στάζει και το σκουπίζει διαρκώς με το μαντίλι του.
Στη χειμωνιάτικη Βιέννη του 19ου αιώνα, ποτέ δεν θα γινόταν αυτό, επειδή απλούστατα έκανε άγριο κρύο. Οσο για την ιδέα της κλιματικής αλλαγής, δεν είχε συλληφθεί ως απειλή για την ανθρωπότητα ακόμη και από τον υπερευαίσθητο, ιδιοφυή Νίτσε.
Στην Αθήνα όμως, στην Κυψέλη και στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, όπου παρουσιάζεται τώρα η παράσταση «Οταν έκλαψε ο Νίτσε», το κλίμα έχει τρελαθεί. Γι’ αυτό, Νοέμβρη μήνα πηγαίνουμε στο θέατρο ντυμένοι με ελαφρύ πουκάμισο, και όχι παλτό. Αλλά και πάλι ιδρώνουμε. Στο διάλειμμα, το αναφέρουμε στους υπευθύνους του θεάτρου, που απαντούν ότι το κλιματιστικό της αίθουσας κάνει θόρυβο, γι’ αυτό πρέπει να μείνει κλειστό.
Επιστρέφουμε στη Βιέννη του 19ου αιώνα, προσπαθούμε να συγκεντρωθούμε στους απαιτητικούς διαλόγους του έργου, αλλά υποφέρουμε. Οι ξεχασμένες από το καλοκαίρι βεντάλιες ανασύρονται από τις τσάντες και κινούνται νευρικά, ασταμάτητα. Ομως, ούτε ένα μικρό ρεύμα αέρα δεν φτάνει στους εξαιρετικούς ηθοποιούς που πασχίζουν στη σκηνή, τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη και τον Γιάννη Κότσιφα, δηλαδή τον Νίτσε και τον Μπρόιερ. Εχει αρχίσει να ιδρώνει και ο νεότερος Φρόιντ, που την έχει γλιτώσει έως τώρα, ντυμένος με ένα πουκάμισο. Τα φώτα της σκηνής, πάνω από τους τρεις ηθοποιούς, είναι αμείλικτα· η χειμωνιάτικη Βιέννη έχει πλέον θερμοκρασία θερινής Αθήνας.
Η νέα σεζόν ξεκινάει στη πόλη μας. Ολοι επιθυμούμε να συναντηθούμε μεταξύ μας, να δούμε θέατρο, και να ακούσουμε ζωντανά μουσική. Θα λέγαμε ότι όλοι διψούμε για θεάματα, αλλά η λέξη «δίψα» υπενθυμίζει την τρομακτική λειψυδρία που αιωρείται πάνω από τη χώρα. Δεν μπορεί να αγνοούν τις νέες συνθήκες οι αιθουσάρχες, οι ιδιοκτήτες μικρών και μεγάλων μουσικών σκηνών, που στοιβάζουν σε κακοαερισμένους χώρους όσο μεγαλύτερο κοινό μπορούν. Αν μας αφήσουν να αναπνεύσουμε, μπορεί να επιστρέψουμε.

