Γράφαμε χθες, με αφορμή την ανθολογία κλασικών νεοελληνικών διηγημάτων «Ο άλιωτος και άλλες ιστορίες με βρικόλακες. Μια ελληνική ανθολογία λαογραφικού τρόμου», που θα κυκλοφορήσει την άλλη εβδομάδα από τις εκδόσεις Ροές σε επιμέλεια του Γιώργου Θάνου, ότι πολλοί νομίζουν ότι η Ελλάδα ελάχιστη σχέση έχει με τους βρικόλακες.
Στην εισαγωγή της ωραίας αυτής ανθολογίας, ο Γ. Θάνος παραθέτει μια ενδιαφέρουσα άποψη: «”Σε καμία χώρα η παράδοση των βρικολάκων δεν επικράτησε πιο έντονα και δεν διατήρησε περισσότερο τη δύναμή της επάνω στους απλούς ανθρώπους, από ό,τι στη σύγχρονη Ελλάδα”. Με αυτή τη φράση ξεκινάει το κεφάλαιο “Σύγχρονη Ελλάδα” της εμβληματικής μελέτης του Βρετανού Μόνταγκιου Σάμερς, The Vampire in Europe, που κυκλοφόρησε το 1929 και αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις πιο λεπτομερείς μονογραφίες για τους βρικόλακες στη Γηραιά Ηπειρο».
Ο μύθος του «απέθαντου» όντος που τρέφεται με το αίμα των ζωντανών είναι παμπάλαιος ήδη από τους αρχαίους χρόνους. Η σκοτεινή αυτή φιγούρα άρχισε να παίρνει διαστάσεις κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους και κυρίως με την ανάδυση του λεγόμενου «γοτθικού» μυθιστορήματος στην Ευρώπη.
Ωστόσο, όπως τονίζει ο Γ. Θάνος, «στην Ελλάδα ο βρικόλακας διαθέτει μια μακρά και σημαντική λαογραφική παράδοση. Το πλήθος των ονομάτων του (καταχανάς στην Κρήτη και στο Ανατολικό Αιγαίο, ανακαθούμενος στην Τήνο, σαρκωμένος στην Κύπρο, βάμπιρας στη Μακεδονία και μια ατελείωτη παραλλαγή των λέξεων βρικόλακας / βρουκόλακας / βουρκόλακας / βουρδούλακας / βολδόλακας σε ολόκληρη την Ελλάδα) είναι ενδεικτικό της ευρύτατης διάδοσής του στον ελληνικό χώρο».
Ποιος όμως βρικολακιάζει στην Ελλάδα; Η παράδοση θέλει τους αμαρτωλούς, έτσι γενικώς και αορίστως, τους αυτόχειρες, τους αφορισμένους, τους άταφους νεκρούς, ακόμη και τους βλάσφημους να γίνονται βρικόλακες. Η όψη του Ελληνα βρικόλακα είναι περισσότερο θλιβερή παρά τρομακτική, ενώ, όπως γράφαμε χθες, με βάση τις διηγήσεις στις περίφημες «Παραδόσεις» του Ν. Πολίτη, δεν είναι όλοι επιθετικοί. Απομυζούν βέβαια το αίμα από τα ζώα, ενίοτε και το λάδι από το καντήλι και, το κυριότερο, ορισμένοι ελληνικοί βρικόλακες μπορούν να σουλατσάρουν μέρα μεσημέρι.
Στην Ελλάδα ο τρόμος του βρικόλακα δεν έχει τόσο να κάνει με τον κίνδυνο, αλλά με το γεγονός ότι ενσαρκώνει μια ανωμαλία της φύσης: ο νεκρός δεν επιστρέφει· δεν σηκώνεται και περπατάει. Ο βρικόλακας συμβολίζει το αδιανόητο, την τάξη του κόσμου όπως την όρισε ο Θεός να έχει βίαια ανατραπεί. Οι χωριανοί που θα σπεύσουν να τον αφανίσουν μέσα στο μνήμα του (επιδιδόμενοι ακόμη και σε έναν τελετουργικό κανιβαλισμό) δεν το κάνουν επειδή κινδυνεύουν άμεσα, αλλά επειδή η τάξη πρέπει να αποκατασταθεί. Επειδή δεν θέλουν να ξαναδούνε ένα τέτοιο οικτρό θέαμα που συνιστά ρωγμή στην ίδια την καθημερινότητα, μια χαραμάδα μέσα από την οποία εισβάλλει το άγνωστο, προειδοποιώντας ότι η φύση είναι γεμάτη τρόμους και σκιές. Η συνέχεια αύριο.

