Οταν σκέφτομαι τους λόγους που το οικονομικό μοντέλο του ελληνικού υπερτουρισμού δεν είναι βιώσιμο, μου έρχονται εικόνες από καράβια με τουρίστες που παραδέρνουν στο κατάστρωμα σαν απειλητικά, πολύχρωμα τσαμπιά. Το ευχαριστιούνται, αναρωτιέμαι, αυτοί που πάνε στα νησιά; Παρκάρουν μ’ ένα θηριώδες λεωφορείο, τζιπ ή σκάφος κοντά στα πολυφωτογραφημένα σημεία-κλειδιά, προαυλίζονται ανάμεσα στις πέτρες κι έπειτα στριμώχνονται και σπρώχνονται για να καταναλώσουν το τοπίο με το κινητό τους. Την ίδια ώρα η χώρα δεν έχει κάποιο πλάνο συντήρησης του τοπίου και οι πολιτικοί της αποτυγχάνουν διαρκώς και παταγωδώς να υποσχεθούν ρεαλιστικά στους πολίτες πως το μέλλον της γενιάς μας και της επόμενης θα έχει νερό, φυτά, ζώα και πουλιά. Ξέρουν, μάλλον, καλά ότι ο πληθυσμός είναι γερασμένος κι ότι η νεολαία απέχει βαλτωμένη, άρα γιατί να κουράζονται με το μέλλον; Ολα είναι τώρα.
Προσωπικά μισώ τον συνωστισμό. Δεν τον αντέχει ο οργανισμός μου. Ενεργοποιείται ένας μηχανισμός απόλυτου πανικού. Αν θες να με ξεκάνεις, μπορείς να με πας σ’ αυτά τα στενά που φρακάρουν από τον κόσμο Δεκαπενταύγουστο ή σε κάποιο πανηγύρι που όλοι πιάνονται λουσμένοι στον ιδρώτα. Δεν είναι απλώς μισανθρωπικό ένστικτο, είναι μία ζωώδης αντίδραση αυτοσυντήρησης. Δεν είναι φυσιολογικό να κολυμπάει κανείς διαρκώς μέσα σ’ ένα κινούμενο πλήθος αγνώστων. Οχι;
Σίγουρα κάποιοι άνθρωποι ταξιδεύουν για να βγάλουν σέλφι, να πουν ότι πήγαν στη Σαντορίνη, να φάνε κάτι υπερκοστολογημένο στο όρθιο που μετά θα το εκθειάσουν στη θεία τους στην Πολωνία. Ωραία όλ’ αυτά. Ομως, για να γυρίζεις σ’ έναν τόπο, μάλλον πρέπει να το ευχαριστιέσαι. Να το γουστάρεις γνησίως. Να γαληνεύει η ψυχή σου που πατάς το πόδι σου εκεί. Πώς μπορείς να χαλαρώσεις πραγματικά όταν πίνεις τον καφέ σου και το πλοίο ξεβράζει απ’ την καταπακτή του μιλιούνια πειρατές-κατακτητές;
Κι ύστερα, οι γιατροί. Κι αν πάθω κάτι; Ξέρω να σας πω τρομακτικές ιστορίες με άτομα που πάθανε κάτι στο κάμπινγκ – μη σου τύχει. Πιστεύω οι τουρίστες δεν μεταβαίνουν με την πίστη, τον φόβο θεού και την προσήλωση στην προσευχή που επιστρατεύουν κάποιες γιαγιάδες όταν μεταβαίνουν ή ζουν σε απόκοσμα μέρη τύπου Ανάφη – σόρι, αυτό το τοπίο είναι τρομακτικό. Οι περισσότεροι μάλλον έχουν συστημική εμπιστοσύνη, πίστη στην ιδέα πως τα πράγματα θα λειτουργήσουν, πως θα υπάρχει γιατρός και στοιχειώδεις υπηρεσίες περίθαλψης, ασθενοφόρα και φάρμακα πρώτης ανάγκης.
Η πραγματικότητα είναι πως, αν πάθεις κάτι, οι λύσεις περιλαμβάνουν μελοδραματικές παρεμβάσεις των υπολοίπων λουόμενων ή ντόπιων και χολιγουντιανές προτάσεις του στυλ «θα σε πάρει ελικόπτερο» ή «ξέρω ένα σκάφος που φεύγει το απόγευμα». Δεν ξέρω τι απ’ όλ’ αυτά είναι πιο τρομακτικό. Νομίζω όλ’ αυτά μαζί και κυρίως η ιδέα πως είσαι σ’ ένα στενάκι που οδηγεί σε κάποιο εκκλησάκι και μπροστά ή πίσω σου ακινητούν τουρίστες έτοιμοι να πατήσουν πάνω στο πτώμα σου για λίγο τηγανητό καλαμάρι. Τα νησιά δεν έχουν υπηρεσίες υγείας, αυτό θέλω να πω, κι είναι πραγματικά τρομακτικό. Κι ύστερα: οι θερμοκρασίες. Περπατάς μέσα σε μία καυτή ζώνη θερμότητας. Τι να κάνεις; Να το παίξεις κουλ;
Στη χώρα μας έχουμε συνηθίσει ο καιρός και το τοπίο να είναι με το μέρος μας. Το πουλάμε, χωρίς να το συντηρούμε. Το απομυζούμε. Του φερόμαστε με βαναυσότητα και απληστία. Περιμένουμε πως δεν θα αντιδράσει στη βία μας. Ολ’ αυτά δεν ισχύουν πια, αλλά η πολιτική ηγεσία του μέρους δεν συζητά στα σοβαρά σχέδια συντήρησης της ζωής στη χώρα – γιατί αυτό παίζεται, αν θα είναι δυνατή και καλή η ζωή στη χώρα. Μοιράζει τα χρήματα της νεολαίας και των επόμενων γενεών με τη μορφή αποζημιώσεων, ενώ ταυτόχρονα έχει ήδη υποθηκεύσει τις προοπτικές επιβίωσής τους στην πατρίδα τους. Αυτό κι αν είναι καλός λόγος για κρίση πανικού στο νησί, ειδικά άμα είσαι νησιώτης και κάτω των σαράντα.

