Επειδή δεν έχουν την ικανότητα να αγοράσουν σπίτι ή επειδή δυσκολεύονται να νοικιάσουν, νέοι ψηφοφόροι στρέφονται στην Ακροδεξιά. Αυτό ισχυρίζεται το Politico σε πρόσφατο δημοσίευμά του (Priced out of housing, many younger disillusioned voters embrace populism) εξηγώντας μεταξύ άλλων πως «ποτέ άλλοτε στην πρόσφατη ιστορία δεν ήταν τόσο δύσκολο να βρεις σπίτι στις ΗΠΑ», ενώ σε πολλά μέρη της Ευρώπης «οι μισθοί δεν αντιστοιχούν στις αυξήσεις των ενοικίων, 21% μεταξύ 2010-2023». Γνωστό αυτό από την εμπειρία μας. Η σχετική συζήτηση στον ακαδημαϊκό χώρο είναι παλιά, εκτενέστατη και ζωηρή (βλ. Sheltering Populists, Δίνοντας στέγη στους λαϊκιστές, The University of Chicago Press), όπου γίνονται καλά θεμελιωμένοι συσχετισμοί μεταξύ της πρόσβασης σε στέγη και της στροφής στον ακροδεξιό λαϊκισμό.
Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, όπου η αναμονή για κοινωνική κατοικία μπορεί να κρατήσει πολλά χρόνια καταδικάζοντας τους νέους σε μία στενή επαφή με τη μαμά τους μέχρι τα 35, το ακροδεξιό κόμμα του Βίλντερς τα πήγε καλά. Κάπως απογοητευτικό για μια γενιά με πρόσβαση στη μόρφωση και την πληροφορία, θα έλεγε κανείς. Υπάρχει, όμως, όντως αυτή η πρόσβαση όταν δεν μπορεί κανείς καν να μεταβεί από το χωριουδάκι του στον Νότο στο Αμστερνταμ, επειδή μία τρώγλη-ντουλάπα κοστίζει μερικές εκατοντάδες ευρώ;
Στην Ευρώπη η στεγαστική κρίση, παρότι έχει συζητηθεί εκτενώς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν έχει παραγάγει ακόμη τις πολιτικές που θα μπορούσαν να κάνουν τη ζωή μας λιγότερο επισφαλή. Από εξάμηνο σε εξάμηνο, χρόνο τον χρόνο, καλούμαστε να ζήσουμε σε υπερκοστολογημένα σπίτια και υπό συνθήκες ασυδοσίας των ιδιοκτητών (φυσικά δεν είναι όλοι ίδιοι, αλλά η γενική εικόνα είναι άθλια). Πώς, λοιπόν, επηρεάζει η επισφάλεια, η αγωνία για τα στοιχειώδη της ζωής, δηλαδή το ενοίκιο και τα τρόφιμα, τη στάση μας στα πράγματα; Και κατά πόσο είμαστε ανοιχτοί στον λαϊκισμό; Ενώ θα περίμενε κανείς η παγκόσμια νεολαία να απαιτεί κοινωνική κατοικία, ρυθμίσεις ενοικίων, νέες κατασκευές (αυτό προωθεί για λύση και η κυβέρνηση Μπάιντεν) και απόδοση των κέντρων των ευρωπαϊκών πόλεων πίσω στους κατοίκους, παρατηρείται μία συσχέτιση μεταξύ στεγαστικής επισφάλειας και ελκυστικότητας της Ακροδεξιάς.
Αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι περίεργο. Οι ακραίες απόψεις, συχνά μπερδεμένες με συνωμοσιολογία, παράνοια και σύνδρομο καταδίωξης, φορούν το περιτύλιγμα της «σύγκρουσης με το σύστημα» –χωρίς να χρειάζεται, φυσικά, να παρουσιάσουν τα ακροδεξιά μορφώματα κάποιο σχέδιο για το οικοδόμημα που θα αντικαταστήσει το «σάπιο» που δήθεν καταρρέει (ας θυμηθούμε και το εσχατολογικό στυλ του ακροδεξιού λόγου που προβλέπει το τέλος του πολιτισμού, τον Αρμαγεδδώνα κ.λπ.). Οι νέοι άνθρωποι νιώθουν ριγμένοι, εκτός, ανίκανοι να τα βγάλουν πέρα. Η βασική τους κοινωνικοποίηση είναι η μαμά τους και η γιαγιά τους, γιατί μένουν μαζί. Ο κόσμος μοιάζει απειλητικός. Ο προστατευτισμός, η κλειστότητα, οι πατρικές ή μητρικές φιγούρες των ακροδεξιών κομμάτων ή η ιδέα «θα τα διαλύσω όλα» τους προσελκύουν.
Η Γενιά Ζ (παιδιά που γεννήθηκαν περί το 1993) συγκαταλέγεται στους προφανείς ριγμένους της αγοράς των ακινήτων. Νιώθει πως οι αγορές έχουν ξεχαρβαλωθεί (δεν μπορούν να επιτελέσουν τη βασική τους λειτουργία, την αποτελεσματική κατανομή πόρων) και ότι η δημοκρατία δεν την αφουγκράζεται (αφού αρκετά πολιτικά κόμματα –κι εδώ οι ευθύνες της Αριστεράς είναι μεγάλες– αδυνατούν να εκφράσουν τις αγωνίες των πολιτών, να αναλάβουν εξουσία και τελικά δράση). Ο αρμόδιος υπουργός της Μ. Βρετανίας για τη στέγη δήλωσε στο Politico: «Ολοένα και περισσότεροι νέοι άνθρωποι λένε πως δεν πιστεύουν στη δημοκρατία, δεν πιστεύουν στις αγορές». Η Γενιά Ζ έχει στεγαστική αγωνία και ίσως εκεί θα πρέπει να κοιτάξουμε και όχι στην τραπ όταν ψάχνουμε τα αίτια της διείσδυσης της αντιδραστικής σκέψης στη νεολαία.
Η Sorcha Edwards του Housing Europe δήλωσε πως οι πολιτικοί αγνοούσαν τη στεγαστική κρίση, γιατί συνήθως επηρέαζε ανθρώπους από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που δεν ψήφιζαν με δυναμισμό (ή, θα προσέθετα, που δεν ψήφιζαν καθόλου, όπως για παράδειγμα μετανάστες χωρίς χαρτιά στοιβαγμένοι σε αθηναϊκά υπόγεια). Τώρα, λέει, η στεγαστική κρίση επηρεάζει τα παιδιά της μεσαίας τάξης. Η ανικανότητα επίλυσης του στεγαστικού έχει λειτουργήσει ως καύσιμο για λαϊκιστές από την Ολλανδία μέχρι την Αμερική. Σε ακαδημαϊκή δημοσίευση του Πανεπιστημίου του Χρόνινγκεν του 2022 των Greve, Fritsch και Wyrwich η τωρινή δυσαρέσκεια συσχετίζεται με την αντίληψη ότι τα πράγματα παλιά ήταν καλύτερα σε μια δεδομένη περιοχή. Η αίσθηση πως κάποιοι «μένουν στην απ’ έξω»/ανήκουν στους ηττημένους της περιοχής τους στρέφει στην αντιδραστική σκέψη.
«Η οικονομική παρακμή είναι ο βασικότερος λόγος της ανόδου του ακροδεξιού λαϊκισμού στην Ευρώπη» σύμφωνα με επιδραστικότατη δημοσίευση στο Journal of Economic Geography του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (Rodriguez-Pose, Left Behind Versus Unequal Places, 2023). Ο πλούτος συγκεντρώνεται σε κάποιες «πόλεις-σούπερσταρ» και μάλιστα σε ορισμένα μόνον στρώματα (ολοένα και λεπτότερα τα τελευταία χρόνια). Αλλες περιοχές αισθάνονται «πως δεν έχουν καμία σημασία».
Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό δημιουργεί στα άτομα μία αίσθηση δυσαρέσκειας. Να το πω απλά: νιώθω πως δεν μετράω, επειδή μένω στο βαθύ Τιρόλο, ενώ ονειρεύομαι μία άπιαστη ζωή Λονδίνου. Η δυσαρέσκεια εκφράζεται μέσω της ακροδεξιάς ψήφου. Αν η ακροδεξιά ψήφος είναι ένας τρόπος να μιλήσουν για τον αποκλεισμό τους (ή γι’ αυτό που αισθάνονται ως αποκλεισμό) οι νέοι, όσοι θέλουν την εκλογική συντριβή της Ακροδεξιάς καλό θα ήταν να εργαστούν προς την κατεύθυνση της πτώσης του κόστους ζωής. Η στεγαστική ευαλωτότητα πυροδοτεί το μίσος, το αντιμεταναστευτικό μένος, την ξενοφοβία. Η ευρωπαϊκή νεολαία στρέφεται προς τον αδύναμο για να τρίξει τα δόντια της, αλωμένη από μία διαρκή εσωτερική υποχώρηση προσδοκιών στη ζωή, από έναν επαρχιωτισμό του νου.

