Μάλλον είναι ίδιον της πολιτικής να συντάσσεται με το ρεύμα. Σπάνια επικεφαλής υπουργείων ή και δημόσιων οργανισμών στρέφουν το πηδάλιο κόντρα στο κύμα, και δεν είναι μόνο ο φόβος της «ανατροπής» που ορίζει την πλεύση. Ο καθένας θα ήθελε να περιορίσει το κόστος μιας σύγκρουσης με αντιλήψεις ή συμφέροντα. Το πρώτο ίσως έχει βαθύτερες ρίζες από το δεύτερο. Ενίοτε, βέβαια, συνυπάρχουν και τα δύο στη συσκευασία του ενός. Και τότε δεν αυξάνεται μόνο ο βαθμός δυσκολίας, αλλά και επικινδυνότητας.
Οταν ανέλαβε ο Γιώργος Λούκος το Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, τελευταίους μήνες του 2005 (ύστερα από πρόσκληση του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή), είχε πολλά μέτωπα ανοιχτά, με την έννοια ότι άλλοι θεωρούσαν τον θεσμό ως μια συρραφή πολιτιστικών εκδηλώσεων, άλλοι το αντιμετώπιζαν ως λίγο-πολύ ιδιοκτησία τους. Δεν έκρυβε ο Γ. Λούκος ότι δεχόταν τηλεφωνήματα από πολιτικούς και μεγαλοσχήμονες καλλιτέχνες να εγκρίνει/φιλοξενήσει την πρόταση του τάδε ή της δείνα. Καρατομήθηκε Δεκέμβριο του 2015 –η τρίτη θητεία του έληγε Μάρτιο του 2016–, καθώς είχε κατηγορηθεί για κακοδιαχείριση που ζημίωσε το ελληνικό Δημόσιο με 2.700.000 ευρώ. Υστερα από οκτώ (ναι, 8) χρόνια δικών και διάχυτης καχυποψίας, υπόγειας ή εμφανούς, η εκκρεμότητα (για να το πούμε κομψά) έληξε. Την περασμένη Τρίτη, σύμφωνα με ομόφωνη απόφαση του δικαστηρίου, κρίθηκε αθώος. Ο ίδιος δήλωσε «δικαιωμένος» και «ευγνώμων» τόσο στην ελληνική Δικαιοσύνη όσο και στους αμέτρητους φίλους του. Και είναι, πράγματι, αμέτρητοι. Φάνηκε τόσο όταν ξέσπασε το δήθεν σκάνδαλο όσο και τώρα που ανακοινώθηκε η αθωωτική απόφαση. Ομως το «θέμα Λούκου» δεν είναι στενά κομματικό. Επί ΣΥΡΙΖΑ συνέβησαν τα χειρότερα, αλλά δυσανεξία υπήρξε και το 2012, όταν ο τότε υπερυπουργός Κ. Τζαβάρας εξέφραζε (κάτι παραπάνω από) ενστάσεις για την ανανέωση της θητείας τού, μετ’ αποδείξεων, εξαιρετικά επιτυχημένου διευθυντή του Φεστιβάλ. Και επειδή και τότε (Αύγουστος του 2012) δεκάδες καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό είχαν συνυπογράψει για την παράταση της θητείας του, ο κ. Τζαβάρας είχε αντιδράσει: «Την απόφαση που θα πάρω δεν θα τη στηρίξω στο αν ο δείνα που θα αναλάβει να γίνει πρόεδρος σε έναν οργανισμό είναι αρεστός σε μια ομάδα».
Το παντοδύναμο μότο ότι «ο επικεφαλής πρέπει να είναι δικό μας παιδί», που έφτασε σε κρεσέντο επί ΣΥΡΙΖΑ, διατρέχει όλο το πολιτικό σύστημα.
Η αντίληψη ότι πολλοί ξένοι μπερδεύονται στα πόδια μας και δεν αφήνουν την ελληνική παραγωγή να ανθήσει (το έλεγαν και «αφελληνισμό») διατρέχει όλο το πολιτικό σύστημα. Για την ακρίβεια, βρίσκει υποστηρικτές και δεξιά και αριστερά. Οπως και το παντοδύναμο, επαναλαμβανόμενο, μότο ότι «ο επικεφαλής πρέπει να είναι δικό μας παιδί», που έφτασε σε κρεσέντο επί ΣΥΡΙΖΑ με τα συνεπακόλουθα κατασκευασμένα σκάνδαλα. Πλήρωσε ακριβά την ανεξιθρησκία του ο Γιώργος Λούκος. Αλλά «ακριβό» ήταν και το καλό που πρόσφερε γενναιόδωρα στην πόλη και στη χώρα (ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος, την κατάλληλη στιγμή –μετά την «εξωστρέφεια» των Ολυμπιακών–, στην κατάλληλη θέση). Ο πολιτισμός και ειδικότερα η τέχνη δεν έχουν άμεση απόδοση. Αυτό είναι κοινός τόπος, στον οποίο παγιδεύονται όσοι βιάζονται να επικοινωνήσουν κι όχι να πράξουν. Ισως εδώ να βρίσκεται και η αμήχανη (για να μην πούμε αδιάφορη) σχέση πολιτικής – πολιτισμού. Μια σημαντική έκθεση, μια παράσταση, μια συναυλία, μια ταινία, μια έκδοση, χρειάζονται χρόνο για να αποτιμηθούν, να επηρεάσουν, να διαμορφώσουν.
Η δεκαετία του Γιώργου Λούκου στο Φεστιβάλ μάς έκανε πιο πλούσιους. Οι θεατές πολλαπλασιάστηκαν, τα ερεθίσματα μεταβολίστηκαν οξύνοντας το κριτήριο, άλλαξε το τοπίο, εσωτερικό και εξωτερικό, έμειναν ανοικτές οι πόρτες για τους επόμενους διευθυντές, ώστε να καλλιεργηθούν περαιτέρω οι χαραγμένες διαδρομές και να γεννηθούν και νέες. Η κάθαρση, με την αθωωτική απόφαση, επαναδιατυπώνει το παρελθόν δίνοντας μεγαλύτερη ώθηση στο παρόν, στηρίζοντας το μέλλον.

