Ενα κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου κράτους είναι ότι, για να επιτελέσει το πολύπλευρο έργο του, έχει, αναγκαστικά, το μονοπώλιο στη χρήση της «τυπικά έννομης», αλλά και «ηθικά νομιμοποιημένης» βίας. Αυτό το δικαίωμα εκχωρείται μόνο από το κράτος σε θεσμικά εξουσιοδοτημένους φορείς (εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία…), διαφορετικά θα υπήρχε αυτοδικία και χάος. Τα πολιτικά κόμματα που απαρτίζουν τη Βουλή, ασκούν εξουσία και οφείλουν να διαχειρίζονται, θεσμικά, μεταξύ άλλων, και την έννομη χρήση της βίας, υποτίθεται για την ασφάλεια και το καλό των πολιτών και τού ίδιου του κράτους – έθνους.
Τα νέα κόμματα που εμφανίζονται ή εκτινάσσονται ξαφνικά από το περιθώριο αξιοποιούν, συνήθως, πολιτισμικές – εθνικές ή και οικονομικοπολιτικές κρίσεις και καταχρήσεις εξουσίας των καθιερωμένων συστημικών κομμάτων. Κάπως έτσι εμφανίστηκε και το κίνημα Νίκη. Το τελευταίο, σύμφωνα με τους στόχους και την άρρηκτη διασύνδεσή του με μεμονωμένους ασκητές και με ορισμένες Μονές ζηλωτών του Αγίου Ορους, τείνει να παρουσιάζεται, περίπου, ως η ενσάρκωση της χριστιανικής ορθοδοξίας. Ωστόσο, όσο γνήσια κι αν είναι τα κίνητρα του ιδρυτή ή των ιδρυτών του, με την κομματικοποίησή τους επιδιώκουν –συνειδητά ή ασύνειδα– να αποκτήσουν κοσμική εξουσία και έλεγχο, ακόμα και στην έννομη και ηθικά νομιμοποιημένη βία του κράτους και μάλιστα στο όνομα της χριστιανικής ορθοδοξίας!
Αυτό είναι, ξεκάθαρα, αντίθετο προς το πνεύμα του Ευαγγελίου και, αντίστοιχα, προς τους διακριτούς ρόλους της ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι του κοσμικού κράτους. Υπενθυμίζεται, σχετικά, ότι η ηθική τής «επί του όρους Ομιλίας» είναι απόλυτη και μονοσήμαντη: «Αν θέλεις … να με ακολουθήσεις», είπε ο Ιησούς στον πλούσιο νέο, «τότε πούλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς…». Στο πλαίσιο της κοσμικής εξουσίας η αξίωση αυτή, εφόσον δεν είναι αναγκαστική για όλους, από κοινωνική σκοπιά είναι αναποτελεσματική. Στο κοσμικό κράτος, ο πολιτικός θα επιβάλει αναγκαστική φορολογία για όλους, ακόμη και φορολογική δήμευση ή κατάσχεση, σύμφωνα με τους νόμους. Αντίθετα, η ηθική του Ευαγγελίου δεν ενδιαφέρεται για καταναγκαστικές ρυθμίσεις: αυτή είναι η ουσία της.
Ενα άλλο παράδειγμα: Σύμφωνα με την ευαγγελική ηθική, «αν κάποιος σε χτυπήσει στο δεξί σου μάγουλο, γύρισέ του και το άλλο…». Ομως, στον παρόντα κόσμο του ανταγωνισμού και της βίας (και όχι των αγίων), για τον υπεύθυνο πολιτικό ισχύει η αντίθετη εντολή: Σύμφωνα μ’ αυτή, «πρέπει να αντιστέκεσαι» και «με βία στο κακό, αλλιώς φέρεις την ευθύνη για την επικράτησή του» (Μαξ Βέμπερ). Το κήρυγμα του Ιησού ήταν εντελώς ασύμβατο με την κοσμική εξουσία, όμως τα πνευματικά πρότυπα που μας άφησε επέδρασαν και επιδρούν, θετικά και ανασταλτικά, ώστε να αμβλύνουν και να εξανθρωπίζουν τον συγκρουσιακό αυτό κόσμο της βίας.
Οι διαφορές αυτές της χριστιανικής ηθικής προς την κοσμική εξουσία προσεγγίζονται με ιδεοληπτικό και ερασιτεχνικό τρόπο από τους ιδρυτές και προπαγανδιστές του κόμματος Νίκη. Το κόμμα αυτό έχει καταβολές από ασκητές και μοναστήρια ζηλωτών, τα πρότυπα των οποίων προέρχονται εκτός του ανταγωνιστικού κόσμου στον οποίο ζούμε: για παράδειγμα, οι ετερογενείς σφαίρες της οικονομίας, της εξωτερικής πολιτικής κ.λπ. προσεγγίζονται από τη Νίκη με βάση την «εκτός του κόσμου» σκοπιά της «ορθοδοξίας». Στο πνεύμα αυτό, έχω ακούσει να γίνονται επικλήσεις «ρήσεων» και «οραμάτων» του αγίου Παϊσίου, ακόμα και για θέματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής! Ο ίδιος ιδεοληπτικός ερασιτεχνισμός διακρίνει και άλλους, ειδικότερους στόχους της Νίκης, όμως δεν μπορεί να σχολιαστεί στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου. Ο χριστιανισμός βρίσκεται, ευτυχώς, πολύ πάνω από τα κόμματα και δεν μπορεί να ιδιοποιείται από μια φονταμενταλιστική πολιτική παράταξη.
* Ο κ. Στέλιος Χιωτάκης είναι ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης.

