Το πρόσωπο του προέδρου της Τουρκίας δεν είναι αυτό ενός ανθρώπου στο απόγειο της παντοδυναμίας του, που μόλις κέρδισε εκλογές και αρχίζει μια τρίτη θητεία. Είναι σκυθρωπός, σαν να έχασε και να μη γνωρίζει τι τον περιμένει. Πιθανώς τον απασχολεί η μεγάλη ευθύνη που έχει, δηλαδή να βγάλει τη χώρα από την κρίση στην οποία την οδήγησαν η ανορθόδοξη διαχείριση της οικονομίας, οι συνεχείς αυτοσχεδιασμοί στην εξωτερική πολιτική και η σκληρή γραμμή εναντίον των αντιπάλων του στο εσωτερικό. Απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, μπορεί να συνεχίσει να ασκεί την πολιτική που αυτός γνωρίζει τόσο καλά – αυτή που έχει μοναδικό σκοπό να τον κρατήσει στην εξουσία.
Ο Ερντογάν νίκησε παρά την οικονομική κρίση, τη διαφθορά και τις κυβερνητικές ευθύνες για την κακή δόμηση και την αργή κινητοποίηση που στοίχισαν τόσο πολλές ζωές στους πρόσφατους σεισμούς. Τούρκοι οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές θεωρούν ότι οι ψηφοφόροι του εκτίμησαν την επιμονή του στην υψηλή ανάπτυξη και στη δημιουργία θέσεων εργασίας, ενώ οι επιπτώσεις του υψηλού πληθωρισμού και της κατρακύλας της τουρκικής λίρας δεν φάνηκε να επισείουν το πολιτικό κόστος που θα περίμενε κανείς. Υπέρ του Ερντογάν ήταν και ότι ο αντίπαλός του για την προεδρία δεν έπεισε ότι προτείνει κάτι συγκεκριμένο που θα έλυνε αυτά τα προβλήματα. Ομως, το οικονομικό μοντέλο που εφαρμόζει ο Ερντογάν δεν είναι βιώσιμο. Δεν μπορεί να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης χωρίς την εισροή «φρέσκου» χρήματος στη μορφή ξένων επενδύσεων σε τομείς που παράγουν πλούτο. Εως τώρα, ο Ερντογάν βασιζόταν στο εμπόριο, στις κατασκευές, στις υπηρεσίες, στον τραπεζικό τομέα για ανάπτυξη. Αυτό απαιτεί πολλά κεφάλαια και δεν παράγει το αντίστοιχο ξένο συνάλλαγμα, οδηγώντας στην εξάντληση αποθεμάτων συναλλάγματος και σε προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών. Το τελευταίο διάστημα, η επιμονή του Ερντογάν να κρατήσει χαμηλά τα επιτόκια, ενώ ο πληθωρισμός εκτοξευόταν, και να στηρίζει τη λίρα με παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας, τον βοήθησε να κερδίσει τις εκλογές αλλά δεν θα φέρει επενδύσεις. Προς το παρόν η κατάσταση ελέγχεται κάπως χάρη στην εισροή τεραστίων ποσών από φιλικές χώρες και άγνωστης προέλευσης κεφαλαίων (24 δισ. δολάρια εμφανίζονται επισήμως ως λογιστικά «λάθη και παραλείψεις»). Απ’ όπου και αν προέρχονται, αυτά δεν αρκούν. Απαιτούνται κεφάλαια από δυτικές αγορές, ενώ η ασαφής εικόνα της οικονομίας είναι κι αυτή εμπόδιο για επενδυτές. Γι’ αυτό τον λόγο ο Ερντογάν επέλεξε για υπουργό Οικονομικών και για διοικήτρια της κεντρικής τράπεζας δύο πρόσωπα που, με την κατάλληλη πολιτική, θα μπορούσαν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των αγορών. Ομως, ο πρόεδρος έσπευσε να δηλώσει ότι δεν άλλαξε το πιστεύω του ότι χαμηλά επιτόκια οδηγούν σε πτώση του πληθωρισμού. Ετσι, φαίνεται απίθανο η οικονομία να αλλάξει πορεία πριν η κατάσταση επιδεινωθεί περαιτέρω.

