Πλάσματα χωρίς χάδι

1' 49" χρόνος ανάγνωσης

Μεσημέρι. Η πλατεία του ορεινού χωριού ήταν άδεια, όπως και η ταβέρνα, η μοναδική ανοιχτή αυτή την εποχή. Η μπόρα είχε περάσει κι ένας θαμπός ήλιος είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει. Είπαν να κάνουν μια μικρή στάση στο ταξίδι τους και να καθίσουν έξω, κάτω από τα τεράστια πλατάνια. Περιεργάζονταν τον κατάλογο όταν ένιωσαν το βλέμμα του πάνω τους. Το είδαν στην άκρη της πλατείας, πίσω από τους θάμνους. Κρατούσε, θαρρείς, την αναπνοή του και τους περιεργαζόταν.

«Πριν από λίγους μήνες το παράτησαν. Μια παρέα κυνηγών που πέρασε από τα μέρη μας μάλλον… Κανέναν δεν αφήνει να το πλησιάσει, σαν φάντασμα εμφανίζεται κάπου κάπου», εξήγησε ο σερβιτόρος.

Φορούσε λουρί δερμάτινο, κόκκινο. Το χρώμα του είχε ξεθωριάσει, κλωστίτσες εξείχαν τριγύρω. Αυτός που κάποτε το πέρασε στον λαιμό του ποτέ δεν έγινε ο άνθρωπός του. Ιδιοκτήτης ήταν μόνο – πράγματος, αξεσουάρ, παιχνιδιού. Ετσι το αντιμετώπισε. Πιο μεγάλη αξία είχαν για εκείνον οι φυσιγγιοθήκες και οι αορτήρες παρά αυτό το πλάσμα που το μόνο που ζητούσε ήταν λίγη φροντίδα.

«Θα μας φέρετε και μια διπλή μερίδα ψητό κρέας, σας παρακαλώ;» είπε η γυναίκα στον σερβιτόρο. Οταν η παραγγελία έφτασε, πήρε το πιάτο και περπάτησε αργά προς τους θάμνους. Το σκυλί δεν είχε μετακινηθεί. Ούτε το βλέμμα του – παρακλητικό και υπερήφανο ταυτόχρονα. Αφησε το φαγητό και έμεινε σε απόσταση, ακίνητη. Χρειάστηκαν μερικά λεπτά μέχρι το ζώο να πλησιάσει το κρέας. Μέχρι η πείνα να νικήσει τον φόβο. Εφαγε λαίμαργα. Η γυναίκα γονάτισε και άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του. «Ελα, μη φοβάσαι», ψιθύρισε. Την κοίταξε, αμφιταλαντεύτηκε για ελάχιστα δευτερόλεπτα και έφυγε τρέχοντας, χάθηκε μέσα στη σιωπή του χωριού.

Γύρισε βουρκωμένη στο τραπέζι. «Δεν θα μπορούσες να κάνεις τίποτ’ άλλο», της είπε ο άνδρας. Το καταλάβαινε κι η ίδια. Εκατομμύρια τα αδέσποτα στη χώρα, δεν έχει πάτο αυτό το πηγάδι, όπως συχνά λένε οι εθελοντές των φιλοζωικών οργανώσεων. Μόνο που, τόσες μέρες μετά, δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό της εκείνο το σκυλί, ένα από τα αμέτρητα που ποτέ δεν βλέπουν την καλή πλευρά των ανθρώπων – ναι, υπάρχει! Που ζουν και πεθαίνουν αχάιδευτα. Εκείνος που το εγκατέλειψε στο βουνό χωρίς δεύτερη σκέψη βλέπει, άραγε, καμιά φορά στον ύπνο του τα μάτια του; Ακούει το «γιατί» του;

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT