Εξω από τα κατάστιχα του κόσμου

3' 14" χρόνος ανάγνωσης

Την τελευταία δεκαετία, περί το 1,2 εκατ. κατατρεγμένοι από βαριές υποσαχάριες και μεσανατολικές απειλές εκκίνησαν πάνω σε υποψήφια φέρετρα τον παράτολμο πηγαιμό προς την Εδέμ, με την επίγνωση ότι πολλά στρέφονται εναντίον τους, όμως χωρίς τις τρομπέτες του φόβου αρχικά, παρά με μια σχεδόν εξωπραγματική πομπή ελπίδων. Για 25.000 τερματίστηκε η περιπέτεια της ζωής. Λιγότερες από τις μισές σορούς ανασύρθηκαν, οι υπόλοιπες –ποτέ δεν θα γίνει γνωστό ακριβώς πόσες– έμειναν για πάντα παγιδευμένες στον πάτο της υγρής αβύσσου ή ξεβράστηκαν στις αφρικανικές ή νοτιοευρωπαϊκές ακτές και τάφηκαν, χωρίς όνομα, εκεί. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ ποιοι ήταν.

Για τους συγγενείς των αγνοουμένων είναι ένα δράμα μέσα στο δράμα. Μετά τη μη αναγνώριση των οικείων τους μεταξύ των νεκρών, αγωνιούν ατέρμονα. Χωρίς μια απάντηση περί του τελεσίδικου ή μη του θανάτου τους, πονούν ακατάπαυστα. Χωρίς το βίωμα της τελετουργίας του πένθους, της κηδείας, της ταφής, αδυνατούν να αποδεχθούν την απώλεια των ανθρώπων τους και να προχωρήσουν στη ζωή. Υποφέρουν από εφιάλτες, διατροφικές διαταραχές, κατάθλιψη, εξαρτήσεις, αρρώστιες, όπως ανέφερε ψυχίατρος σε ιταλικό Μέσο. «Μια μητέρα έχασε σε ναυάγιο τα τρία παιδιά της. Δεν τα είδε να πνίγονται. Βρέθηκε ξαφνικά στη θάλασσα μόνη. Δεν ανασύρθηκαν νεκρά. Και συνεχίζει χρόνια τώρα να τα ψάχνει».

Αλυτο δράμα, που γρήγορα ξεχνιέται στον ελαττωματικό πολιτισμό μας, οι χιλιάδες αγνοούμενοι των ναυαγίων.

Οι μη καταγεγραμμένοι θάνατοι όχι μόνο αναπτύσσουν μέσα στην καρδιά των ζωντανών μια αδιέξοδη σύγκρουση. Επιπλέον εισάγουν στη ζωή τους σοβαρά προσκόμματα. Για παράδειγμα, οι σύζυγοι όσων έχουν εγκλωβιστεί στα βάθη των θαλασσών αδυνατούν να επανενωθούν με τα ανήλικα παιδιά τους στη νέα χώρα παραμονής τους, καθώς απαιτείται η έγκριση του πατέρα. Αδυνατούν να κληρονομήσουν περιουσία. Αδυνατούν να ξαναπαντρευτούν χωρίς το πιστοποιητικό θανάτου του πρώην συντρόφου. Αδυνατούν να συμμετάσχουν σε ποινικές διαδικασίες κατά λαθροδιακινητών για εμπορία ανθρώπων και ανθρωποκτονία.

Ωστόσο, δεν είναι μόνον οι αγνοούμενοι που διαγράφονται από τη γραφειοκρατία του κόσμου, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Και ανασυρθέντες νεκροί παραμένουν ανώνυμοι, σαν θολές ψηφίδες στην εικόνα της πιστοποιημένης τραγωδίας. Δύσκολα ταυτοποιούνται οι μη επιζήσαντες από το ταξίδι προς τη φωτεινή άκρη του τούνελ. Δείγματα DNA, φωτογραφίες, οδοντοστοιχίες, τατουάζ ή ουλές στο σώμα βοηθούν στην αναγνώριση ορισμένων σορών. Ομως δεν υφίσταται κάποια ρύθμιση η οποία να καθιστά τις ευρωπαϊκές χώρες υπεύθυνες για την ταυτοποίηση των μεταναστών που πνίγονται στα νερά τους· δεν υπάρχουν διασυνδεδεμένα εργαστήρια για αυτοψίες· μια ευρωπαϊκή βάση δεδομένων, όπου θα καταθέτουν στοιχεία οι Αρχές από Ιταλία, Μάλτα, Ισπανία, Ελλάδα, Κύπρο, προς διασταύρωση με τις πληροφορίες που παρέχουν οι πονεμένοι συγγενείς. Δεκαετίες δραμάτων, που θα συγκινούσαν και τις πέτρες, το μόνο που κατόρθωσαν είναι να αναισθητοποιήσουν τα ηγετικά γρανάζια της ευρωπαϊκής μηχανής. Οικογένειες συρρέουν στις περιοχές των ναυαγίων, όπως οι οικείοι όσων επέβαιναν στο μοιραίο «Αντριάνα», περιμένοντας απαντήσεις που δεν μπορούν να τους δοθούν. Ισως, με καταθέσεις επιζώντων να γινόταν να χτιστούν ιστορίες αγνοουμένων, κάπως να ανασυσταθούν οι κουβέντες τους, οι κινήσεις τους τις δραματικές ώρες, για εκείνο το ψήγμα ενημέρωσης που έχουν τόση ανάγκη όσοι έμειναν πίσω. Δεν είναι οι επιβαίνοντες στα ψαροκάικα του θανάτου άνθρωποι ήδη αποκομμένοι από τον τόπο τους. Συνομιλούν με τους δικούς τους στον δρόμο για τα αφρικανικά λιμάνια, αλλά και μετά, όταν αφεθούν –με το αζημίωτο– από τα κέντρα κράτησης της Λιβύης, όταν ελευθερωθούν από τα βασανιστήρια, τους εκβιασμούς, την καταναγκαστική εργασία, και στοιβαχτούν σε καταστρώματα και αμπάρια. Ακολουθεί –κάποιες φορές– μακρά σιωπή, ασάλευτη και βαριά σαν πλάκα επιτύμβια… Η ανέλκυση ναυαγίων κοστίζει. Μόνο ένα από 68 ναυάγια ανασύρθηκε στην Ιταλία και έγιναν αυτοψίες στις φρικιαστικά στουμπωμένες σορούς. Πάνω τους εντοπίστηκαν μικροαντικείμενα που τους συνέδεαν με τους αγαπημένους τους, ακόμη και πλαστικά σακουλάκια με χώμα από τη γη τους. Πολλοί ίσως δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, όμως το έκαναν. Η λαχτάρα να αποδράσουν από τα τάγματα των θυμάτων υπερίσχυσε του φόβου μήπως ποντιστούν, αθρήνητοι, στα σκοτεινά βάθη της λεκάνης που τους χώριζε από τη Γη της Επαγγελίας. Δεν μέτρησαν καλά την απανθρωπιά των δουλεμπόρων, που είχε αποκλείσει γι’ αυτούς τις εξόδους του ονείρου.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT