Στον όρο «εθνική άμυνα» στην Ελλάδα του 2023 έχουμε συμφωνήσει άραγε ως πολιτικό σύστημα τι περιλαμβάνουμε; Φοβάμαι πως όχι. Η εθνική ασφάλεια έναντι εξωτερικών κινδύνων είναι η αρχή. Από εκεί και πέρα; Υπάρχουν περιθώρια μέσα από την ενίσχυση της ασφάλειας να δούμε και άλλες προοπτικές ανάπτυξης δημόσιων πολιτικών;
Ξέρουμε πόσο (και) μέσα από την άμυνα βελτιώνεται η θέση της χώρας μας σε ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων. Ξέρουμε, επίσης, ότι ενισχύεται η φωνή μας στο πλαίσιο των υφιστάμενων διεθνών καθεστώτων. Η ισχυρή αμυντική μας θέση δυναμώνει τη φωνή μας, για παράδειγμα στο ΝΑΤΟ.
Σε πολλές περιπτώσεις βελτιώνει τη στρατηγική θέση μας με παραδοσιακούς συμμάχους. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να υπηρετείται και υπηρετείται. Ωστόσο, αυτό που λείπει τα τελευταία χρόνια είναι η ανάπτυξη ενός νέου αμυντικού μοντέλου, που στο επίκεντρό του θα έχει την εθνική βιομηχανία και τεχνολογία. Δυστυχώς έχουμε παραμελήσει την ιδέα πως η άμυνα μπορεί να στρώσει το έδαφος σε οικονομικές συνεργασίες δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ τους ή με επιχειρήσεις άλλων χωρών, προάγοντας ταυτόχρονα τους πολιτικούς δεσμούς.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν είδε την άμυνα μέσα από ένα τέτοιο πρίσμα. Αντίθετα, περιορίστηκε μόνο σε μεγάλες αγορές που δεν εισέφεραν σε τίποτα στην ανάπτυξη της οικονομίας και στον περιορισμό της ανεργίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία έχει επισημάνει την ανάγκη στήριξης της αμυντικής βιομηχανίας. Μέσα σε τέσσερα χρόνια τα εξοπλιστικά προγράμματα επί Νέας Δημοκρατίας άγγιξαν το τεράστιο ποσό των 14 δισ. ευρώ και από αυτά δεν έπεσε ούτε ένα ευρώ στην εθνική πολεμική βιομηχανία, ούτε άνοιξε μία θέση εργασίας για κάποιον νέο, που αναζητά να φύγει στο εξωτερικό. Αντί να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις αγορές για να αποκτήσουμε μια αμυντική βιο-μηχανία υψηλής ποιότητας, χρησιμοποιήσαμε τις αγορές για να υποβαθμίσουμε την αμυντική μας βιομηχανία. Αυτό είναι μεγάλο επενδυτικό και αμυντικό σφάλμα. Δεν είμαστε μια χώρα που μπορούμε να εφησυχάζουμε ότι κάθε φορά θα προστρέχουμε σε τρίτους για εξοπλισμούς και δεν θα μπορούμε να παράγουμε οι ίδιοι ένα ποσοστό των εξοπλισμών αυτών. Βρισκόμαστε σε μια δύσκολη περιοχή του πλανήτη και βλέπουμε χώρες όπως η Τουρκία, το Ισραήλ ή οι μακρινές μας Νότια Κορέα και Ταϊβάν πόσο πολύ έχουν αναπτύξει τις εθνικές τους δυνατότητες στο θέμα αυτό.
Η άμυνα μπορεί να στρώσει το έδαφος σε οικονομικές συνεργα- σίες δημόσιων και ιδιω- τικών επιχειρήσεων μεταξύ τους ή με επιχειρήσεις άλλων χωρών.
Θα σας πω ένα παράδειγμα που αφορά τα drones και που έχει επισημανθεί σε πρόσφατη ειδική έκθεση του ΕΛΙΑΜΕΠ. Η κυβέρνηση της Ταϊβάν ανακοίνωσε τριετές πρόγραμμα σε αυτόν τον τομέα ύψους 1,6 δισ. δολαρίων, όπου «οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα της Ταϊβάν καλούνται να αναπτύξουν σειρά συστημάτων UAV ειδικά σχεδιασμένων για ενδεχόμενη πολεμική αντιπαράθεση με την Κίνα». Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, που έκανε αγορές 14 δισ. στα τέσσερα χρόνια και δεν βρισκόταν υπό δημοσιονομική επιτήρηση, χρηματοδότησε τον τομέα αυτόν με μόλις 1,5 εκατ. ευρώ. Πράγματα που κάνουν στην Ταϊβάν, γιατί να μην τα κάνουμε κι εμείς εδώ;
Η ίδρυση ενός υφυπουργείου Αμυντικής Βιομηχανίας θα μπορούσε να συγκεντρώσει και να οργανώσει με πλήρη διαφάνεια δυνάμεις και ιδέες, που σήμερα είναι σκόρπιες, αλλά βλέπει εύκολα κανείς ότι είναι ζωντανές σε πολιτικούς, στρατιωτικούς, ακαδημαϊκούς και επιχειρηματικούς κύκλους. Χρειαζόμαστε ένα νέο θεσμικό πλαίσιο που να δίνει δυνατότητες ευελιξίας με όρους αγοράς στην ΕΑΒ και σε όλες τις επιχειρήσεις της πολεμικής αμυντικής βιομηχανίας.
Η ΕΑΒ θα πρέπει να εμπλέκεται και στην υποστήριξη των συστημάτων που ήδη έχουμε, αλλά και των νέων που αποκτούμε. Αυτό μπορεί εύκολα να γίνει μέσα από επενδυτικά προγράμματα ικανά, που θα καλύπτουν μακροπρόθεσμα τις εξοπλιστικές ανάγκες της χώρας.
Και φυσικά είναι απαραίτητη η επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων με στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στις συμβάσεις που υπεγράφησαν την τελευταία τετραετία.
Ο κ. Ευάγγελος Αποστολάκης είναι πρώην υπουργός Αμυνας και επίτιμος αρχηγός ΓΕΕΘΑ.

