Είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς τον φόβο και την απελπισία τόσων ανθρώπων –παιδιά, γυναίκες, άνδρες στριμωγμένοι στο αμπάρι του παλιού αλιευτικού σκάφους–, με μόνη παρηγοριά ή ελπίδα ότι το πολυήμερο βασανιστήριο θα τελείωνε με την αρχή μιας νέας ζωής μακριά από τον πόλεμο και τη φτώχεια. Εμείς γνωρίζουμε αυτό που δεν ήξεραν, ότι η ελπίδα τούς οδήγησε στον θάνατο. Καθώς περνούν οι ημέρες και μαθαίνουμε περισσότερα για το ταξίδι τους και για τους ίδιους, γίνεται όλο και πιο επιτακτικό το ερώτημα: Γιατί βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι σε αυτήν τη θέση, να εκτίθενται σε τέτοιο κίνδυνο; Γιατί δεν έμεναν εκεί που ήταν; Μπορεί κάτι να είναι τόσο αφόρητο ώστε να πάρει κανείς τέτοιο ρίσκο; Επειδή τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί αρκετά πολύνεκρα ναυάγια όπως αυτό ανοικτά της Πύλου, οφείλουμε να προσέξουμε να μην τα συνηθίσουμε: εμείς που μαθαίνουμε γι’ αυτά εκ του ασφαλούς, και οι επόμενοι που πιστεύουν ότι μπορούν να αποτολμήσουν το ίδιο πέρασμα επειδή αυτοί θα φανούν πιο τυχεροί.
Οι περισσότεροι αδυνατούμε να πιστέψουμε πόσο κοντά βρισκόμαστε στην καταστροφή κάθε στιγμή. Εάν το σκεφτόμασταν, δεν θα μπορούσαμε να λειτουργήσουμε, να χαλαρώσουμε, να χαρούμε. Θα μαραζώναμε σαν άτομα, θα εξαφανιζόμασταν σαν είδος. Ομως, εξίσου αναγκαίος για την επιβίωσή μας είναι ο φόβος, αυτός που μας ωθεί να σχεδιάσουμε τρόπους να περιορίσουμε τους κινδύνους, να θεραπεύσουμε την πληγή, να απαλύνουμε τον πόνο, να βρούμε παρηγοριά για όσα δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Ο φόβος, όμως, συνηθίζεται, γίνεται οικείος, καθώς δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι αυτά που συμβαίνουν σε άλλους μπορεί να συμβούν και σε εμάς. Ψάχνουμε τρόπο να επιβεβαιωθεί η άποψή μας ότι αυτό που επιχειρούμε δεν είναι τόσο επικίνδυνο, ότι κι άλλοι το κατάφεραν να πηδήξουν πάνω από τη χαράδρα. Αν βρισκόμασταν στη θέση των ανθρώπων που πριν από λίγες ημέρες χάθηκαν, ίσως να σκεφτόμασταν ότι τόσα σκάφη πετυχαίνουν το πέρασμα, γιατί να συμβεί κάτι στο δικό μας; Θα είχαμε πληρώσει χιλιάδες δολάρια ο καθένας στους διακινητές, και μόνο αυτή η πράξη, όπως και η ύπαρξή τους, θα μας έδινε την εντύπωση ότι αυτά είναι κανονικά πράγματα – παράτυπα αλλά συνηθισμένα. Μετά, θα είχαμε πεισθεί ότι ο υπέρογκος αριθμός επιβατών δεν είναι επικίνδυνος. «Δες! Η βάρκα κινείται στην κατεύθυνση που θέλουμε. Ολα θα πάνε καλά. Λίγο ακόμη», θα λέγαμε ο ένας στον άλλον. Το ότι δεν υπήρχαν σωσίβια δεν θα μας ανησυχούσε, καθώς δεν θα τα χρειαζόμασταν.
Καθώς περνούν οι ημέρες, γίνεται όλο και πιο επιτακτικό το ερώτημα: Γιατί βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι σε αυτήν τη θέση, να εκτίθενται σε τέτοιο κίνδυνο;
Σε τέτοιες περιπτώσεις, όλα πάνε καλά έως τη στιγμή που είναι αργά. Αυτοί που γνωρίζουν ξέρουν από πριν ότι η καταστροφή είναι προδιαγεγραμμένη, καθώς οι μηχανές δεν θα αντέξουν τόσους επιβαίνοντες, το σκάφος θα βρεθεί έρμαιο του καιρού και της όποιας μετακίνησης του ευερέθιστου φορτίου του. Αυτό θα το καταλάβαιναν τα πληρώματα του Λιμενικού Σώματος και των παρακείμενων πλοίων που παρακολουθούσαν από κοντά το μοιραίο σκάφος πριν ανατραπεί και βυθιστεί. Να ακούσουμε τη δική τους μαρτυρία.
Εμείς τι να πούμε; Τι να προτείνουμε που δεν έχει προταθεί για να αποτρέπονται τέτοιες τραγωδίες; Τι μπορεί να αλλάξει στον κόσμο; Τι πρέπει να αλλάξει στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στη χώρα μας; Τι να κάνουμε εμείς που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τι οδηγεί ανθρώπους να διατρέξουν τέτοιους κινδύνους στην προσπάθεια να χαρούν αυτά που εμείς θεωρούμε δεδομένα σήμερα, σε αυτή τη δύσκολη γωνιά της Γης; Ισως μπορούμε μόνο να θυμόμαστε την ελπίδα και τον άδικο χαμό τους.

