Συνήθως μετράμε σε χιλιάδες. Οταν σταματήσουμε να μετράμε, θρηνούμε. Κι αν δεν θρηνούμε, αναθεματίζουμε, καταλογίζοντας ευθύνες ανάλογα με την εποχή και την ένταση της πολιτικής (κομματικής) αντιπαράθεσης.
Ναι, το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό· ναι, η ορθολογική αντιμετώπισή του είναι θέμα ευρωπαϊκό· ναι, όταν αναφερόμαστε στο προσφυγικό/μεταναστευτικό επαναλαμβάνοντας, λυγμικά, διάφορα τετριμμένα είτε σε κρεσέντο οργής είτε σε ανθρωπιστικά αυτονόητα, συντηρούμε απλώς το αδιέξοδο, αποφεύγοντας τη λύση του. Ο 21ος αιώνας στο μέσον του (2050) υπολογίζεται ότι θα μετράει πάνω από 1 δισ. εκτοπισμένους για διαφορετικούς λόγους: από πολέμους, πολιτικές διώξεις, οικονομική ανέχεια, έως κλιματικές/περιβαλλοντικές καταστροφές.
Οι τραγωδίες έχουν και δεύτερη πράξη. Την επομένη της καταστροφής. Πώς κάθε χώρα υποδέχεται τους πρόσφυγες/μετανάστες, με ποιους μηχανισμούς τους εντάσσει στην κοινωνία και την οικονομία της, με ποιο νομοθετικό πλαίσιο διευθετεί ζητήματα ασύλου και, στη συνέχεια, ιθαγένειας.
Πρόσφατα δημοσίευσε η «Κ» (13/6) την περίπτωση ενός Τούρκου γιατρού εντατικολόγου, που ήρθε στη χώρα μας μαζί με τη γυναίκα του, αρχές του 2017, διωγμένος από το καθεστώς Ερντογάν, μέσω Εβρου, πληρώνοντας 5.000 ευρώ σε διακινητή, με ένα σακίδιο στην πλάτη… Πήρε άσυλο, ένιωθε οικειότητα και αποδοχή, έκανε δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσει, παράλληλα με μαθήματα γλώσσας, προετοιμαζόταν να δώσει εξετάσεις για να αναγνωριστεί το πτυχίο του. Ομως ύστερα από επτά χρόνια παρέμενε «πολίτης δεύτερης κατηγορίας», αφού η ιθαγένεια ήταν άπιαστο όνειρο· αποφάσισε να ανοίξει πανιά για άλλη ευρωπαϊκή χώρα, κάνοντας ακόμη ένα ξεκίνημα ζωής. Το πρώτο μέρος της ιστορίας του κατέγραψε η δημοσιογράφος Μαριάννα Κακαουνάκη στο, συζητημένο και επιτυχημένο διεθνώς, ντοκιμαντέρ της «Αόρατοι». Η ίδια αποκάλυψε και το «δεύτερο μέρος», τη φυγή του ζεύγους Αχμέτ από την Ελλάδα.
Εκατοντάδες τα παρόμοια περιστατικά, δείχνουν τη δυσανεξία του ελληνικού κράτους στη νομιμοποίηση (προφανώς ύστερα από διαδικασίες – όχι όμως στο όριο του ανέφικτου) των εκτοπισμένων που βρίσκουν «καταφύγιο» στη χώρα μας, απ’ όπου κι αν προέρχονται: η εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρος πορεία τους έως την ιθαγένεια (εν μέρει και το άσυλο) είναι ο δικός τους κοινός τόπος. Εκατομμύρια ορατοί άνθρωποι γίνονται καθημερινά αόρατοι, μερικοί για πάντα…
Ελάχιστοι μόνο έχουν την τύχη από αόρατοι να ξαναγίνουν ορατοί. Κι αυτό πρέπει να διορθωθεί.

