Γραφικά τραγούδια, κιτς κοστούμια, αστεία χορευτικά και μια χρυσοποίκιλτη εικονοποιία φανταχτερού μαξιμαλισμού. Ο Γιάννης Φλωρινιώτης πέτυχε κάτι σπάνιο, που ακόμη και οι πιο συμβατικά καταξιωμένοι συνάδελφοί του δύσκολα καταφέρνουν: συνέδεσε το όνομά του με μια μοναδικά αναγνωρίσιμη κουλτούρα, με έναν ορισμένο αισθητικό τύπο. Δεν ήταν, όμως, ένας απλός εκπρόσωπος του τύπου αυτού· ήταν η ενσάρκωσή του. Είτε τον έβρισκε κανείς διασκεδαστικό είτε απωθητικό, δεν θα μπορούσε να αρνηθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, κάτι του έβρισκε. Ο μαγνητισμός είναι χάρισμα, ακόμη κι αν δεν στρέφει τις αισθήσεις στην πιο ραφιναρισμένη ποίηση. Τα διαρκώς ανακυκλούμενα στον δημόσιο λόγο σχόλια, του στυλ «πώς ντύθηκες έτσι, σαν τον Φλωρινιώτη είσαι!» μοιάζουν να τον υποτιμούν, να συμπυκνώνουν άδοξα την ύπαρξή του σε ένα κουτάκι περιφρόνησης, όμως στην πραγματικότητα είναι εμβλήματα ανεκτίμητης αξίας για την καλλιτεχνική πίστα στην οποία έπαιζε ο Φλωρινιώτης: βασικός στόχος ενός περφόρμερ είναι να γίνει σημείο αναφοράς· ακόμη και αν δεν είναι ο πιο σπουδαίος και επιτυχημένος, ένας περφόρμερ θέλει κυρίως να τον θυμούνται, και ο Φλωρινιώτης αυτό το κατόρθωσε πιο αποτελεσματικά από πολλούς άλλους διασκεδαστές που τον θεωρούσαν ασήμαντο και φαιδρό.
Περί χαρίσματος
Εγκατεστημένος στην εξωφρενικότητά του χωρίς ενοχές και σοβαροφάνεια, ο Γιάννης Φλωρινιώτης έφερε το περιθώριο στο προσκήνιο με έναν ευρηματικό και απελευθερωτικό τρόπο. Δεν υποδυόταν κάτι ποιοτικά ανώτερο από αυτό που ήταν, δεν κυνηγούσε δάφνες που δεν του άξιζαν, απλώς χαιρόταν εκστατικά με τα πλουμιστά του σόου, έκανε το κέφι του δηλαδή, και το κέφι αυτό το έπαιρνε στα σοβαρά – εξ ου και η περσόνα του διατηρήθηκε μέχρι τον θάνατό του. Η παλιομοδίτικη ωραιοπάθειά του, η δίψα του για προβολή και το εμμονικό ενδιαφέρον του για την εμφάνισή του ήταν τόσο άκακα και αυθεντικά, είχαν τόσο έντονο το άρωμα του σουρεαλιστικού επαγγελματισμού του, που δεν ενέπνεαν εκνευρισμό, αλλά συμπάθεια. Οσοι κοροϊδεύουν τον Φλωρινιώτη, δεν έχουν καταλάβει ότι το αστείο είναι εις βάρος τους: ο άνθρωπος δεν είχε ψευδαισθήσεις· δεν μπέρδευε τον χλευασμό με τον θαυμασμό, την προσοχή με την επιτυχία. Αντιθέτως, μετουσίωνε την ειρωνεία και τα λοξά βλέμματα του κοινού σε οικοδομικό υλικό, και με αυτό έχτιζε διαρκώς έναν ατελείωτο, ατομικό κόσμο θεάματος, μέσα στον οποίο έδειχνε να είναι πολύ ευτυχισμένος. Κι επειδή ήταν ευτυχισμένος ο ίδιος, έκανε χαρούμενους και τους άλλους. Δεν παρακάλεσε να τον χειροκροτήσουν, δούλεψε για το χειροκρότημα σκληρά και ανορθό-δοξα, και στο τέλος το έλαβε.
Επίκληση στην αυθεντία
Υπάρχουν εκείνοι που δεν βλέπουν την ευφυΐα της γκροτέσκας ελαφρότητας· που δεν αναγνωρίζουν σε αυτήν ούτε την αρετή του χιούμορ ούτε την ικανότητά της να αποδομεί καθεστωτικές αντιλήψεις περί ομορφιάς, αξιοσύνης και δεοντολογίας. Υπάρχουν και αυτοί που τη βλέπουν, αλλά τη φοβούνται· τι θα πει ο κόσμος αν παραδεχτούμε ότι κάπου κάπου η έλλειψη γούστου έχει γούστο; Τι θα πει ο κόσμος αν παραδεχτούμε ότι το «καλτ» μπορεί να αποβεί λυτρωτικό; Σε ό,τι αφορά την περίπτωση του Φλωρινιώτη, αυτοί οι τελευταίοι κλίνουν προς τον ίσκιο της ασφάλειας, καταφεύγουν στην επίκληση στην αυθεντία για να πατήσουν όσο γίνεται και στις δύο βάρκες: της ποιότητας και της (συμπαθούς) μη ποιότητας. Ανά τα χρόνια, οι έπαινοι του Μάνου Χατζιδάκι για τον Γιάννη Φλωρινιώτη ανασύρονται από τη λήθη για να επιτύχουν ακριβώς αυτόν τον σκοπό: τη διακριτική απενοχοποίηση ενός καλλιτέχνη που ενοχοποιήθηκε επειδή ήταν διαφορετικός. Για να λέει λοιπόν ο Χατζιδάκις καλά λόγια για τον Φλωρινιώτη, μάλλον κάποια αξία είχε ο μακαρίτης· για να τον περιβάλλει με το κύρος του, κάτι καλό θα είδε σε αυτόν. Αυτό, όμως, δεν είναι το σωστό σκεπτικό. Οι άνθρωποι μπορούν να έχουν αξία ανεξάρτητα από τα σεβάσμια χέρια που τους ευλογούν ή τα μικρά χεράκια που τους μουντζώνουν. Αν θυμόμαστε για πολλά χρόνια ακόμη τον Φλωρινιώτη, αυτό θα οφείλεται στον ίδιο, όχι στους υμνητές ή στους υβριστές του.

