Στης Εκκλησιάς την πόρτα

2' 35" χρόνος ανάγνωσης

Οδεύουμε για τις κάλπες της 25ης Ιουνίου, όπου ο λαός θα κληθεί για δεύτερη φορά να ρίξει την ψήφο της κομματικής του προτίμησης. Στη μακρά προεκλογική περίοδο και ιδίως μετά το εκλογικό αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης (21.5) αναδείχθηκε εύγλωττα, μεταξύ άλλων, η πρόθεση νεόκοπων και παλαιότερων μορφωμάτων να κερδίσουν την πολυπόθητη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, επενδύοντας στο θρησκευτικό συναίσθημα των ψηφοφόρων. Με άλλα λόγια, παρατηρήθηκε το φαινόμενο να χρησιμοποιείται η θρησκεία ως όχημα για την υφαρπαγή ψήφων και να διεκδικούν οι επίδοξοι μνηστήρες της Βουλής το προνόμιο της αποκλειστικής εκπροσώπησης του «χριστεπώνυμου πληρώματος», επιχειρώντας ανίερα να καταστήσουν τον θρησκευτικό λόγο μορφή πολιτικής ταυτότητας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η «συνομιλία» Εκκλησίας και πολιτικής, η οποία αποκαλύπτεται με μεγαλύτερη ένταση ιδίως σε περιόδους εκλογικών αναμετρήσεων, αποτελεί ένα παλαιό ζητούμενο. Ετσι, όπως επισημαίνει ο Ευ. Βενιζέλος, σε εισήγησή του στην εκδήλωση με θέμα «Πολιτική, πολιτικοί και Εκκλησία» (28.2.2007), που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία της συμπλήρωσης πενταετίας από την κυκλοφορία της Επιθεώρησης Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά», η ιδιότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου «δεν της στερεί το δικαίωμα να διατυπώνει τον εσχατολογικό, ηθικό και τελικά κοινωνικό και πολιτικό της λόγο», της επιβάλλει, όμως, την «υποχρέωση πολιτικής, με την έννοια της κομματικής και εκλογικής ουδετερότητας». Εξ αυτού, δεν της επιτρέπεται όχι μόνο να υποστηρίζει, αλλά και να ανέχεται ακόμη την οικειοποίηση από οποιονδήποτε πολιτικό σχηματισμό της πίστης των ψηφοφόρων, της μύχιας δηλαδή και ενδιάθετης πεποίθησής τους για το θείο, η οποία είναι εξ ορισμού απαράδεκτη, πολύ δε περισσότερο όταν γίνεται ερήμην της Εκκλησίας, αντί και δήθεν για λογαριασμό της…

Αλλωστε, δεν πρέπει να αγνοείται ότι ο Πατριαρχικός Τόμος της 29ης Ιουνίου 1850, που αποτελεί τη ληξιαρχική πράξη γέννησης της Εκκλησίας της Ελλάδος, αποβλέπει σε μία Εκκλησία πολιτικά ακηδεμόνευτη, ελεύθερη από κάθε κοσμικό επηρεασμό, η οποία θα διοικείται «κατά τούς θείους καί ἱερούς κανόνας ἐλευθέρως καί ἀκωλύτως ἀπό πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως». Τυχόν, επομένως, εμπλοκή της Εκκλησίας –εκούσια ή ανεπίγνωστη– στην εφήμερη πολιτική διαμάχη οδηγεί στην αυτοπαγίδευσή της, η οποία τραυματίζει ανεπανόρθωτα το σώμα της και αλλοιώνει την ταυτότητά της. Τα ιστορικά παραδείγματα είναι πολλά και γνωστά, στέκουν δε εκεί για να θυμίζουν και να διδάσκουν…

Από την άλλη, τα κόμματα προϋποθέτουν διαιρέσεις και εκπροσωπούν, κατ’ ανάγκη, ένα μέρος της κοινωνίας. Αντιθέτως, η Εκκλησία δεν μπορεί να συσχηματίζεται με τα κόμματα, αφού «τό γάρ τῆς Εκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλά ἑνώσεως ἐστί καί συμφωνίας…». Κάθε, λοιπόν, διάκριση των πιστών με βάση την κομματική τους ένταξη είναι ξένη προς τη θεολογία της Εκκλησίας, η οποία πορεύεται στην προοπτική της αιωνιότητας και δεν δικαιούται να εγκλωβίζεται στη λογική της επιγειότητας. Με άλλα λόγια, ισχύει αυτό που φέρεται να έχει πει ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ το 1977 στον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, όταν συζητιόταν ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας: «Ρε συ, το δικό μου μαγαζί είναι γωνιακό και αν ζήσω θα ορκίσω πέντε σαν και σένα»…

Η καπηλεία της πίστης για ψηφοθηρικούς λόγους συνιστά αυτόχρημα παραβίαση των διακριτών ρόλων Πολιτείας και Εκκλησίας και είναι, κατά συνέπεια, καταδικαστέα. Μένει η αποδοκιμασία να φανεί και στην κάλπη…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT