Οσο κυλάει ο χρόνος προς τις εκλογές και ξεδιπλώνονται τα γεγονότα, καθίσταται φανερό πως η αποκαλούμενη «κυβέρνηση των ηττημένων» δεν υπάρχει ως προοπτική. Δεν είναι μόνον η αδυναμία εξεύρεσης των 151 εδρών, είναι κυρίως η έλλειψη βούλησης βασικών παικτών να συμπράξουν σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Τότε γιατί διακινούν τόσο η Νέα Δημοκρατία όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό το ενδεχόμενο; Διότι συμφέρει και στα δύο κόμματα η συντήρηση, αναπαραγωγή και διακίνηση του σχετικού σεναρίου.
Τη Νέα Δημοκρατία τη συμφέρει διότι αναβιώνει έτσι το φόβητρο της επιστροφής του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Για ένα σημαντικό κομμάτι των μετριοπαθών ψηφοφόρων –των οποίων η εμπιστοσύνη κυρίως προς το πρόσωπο του πρωθυπουργού κλονίστηκε με την υπόθεση των επισυνδέσεων– αυτό το ενδεχόμενο φαίνεται εφιαλτικό. Για να το αποτρέψουν θα ψηφίσουν και πάλι –παρά τις επιφυλάξεις τους– τη Νέα Δημοκρατία. Παράλληλα, η προοπτική επανόδου του Αλ. Τσίπρα στην εξουσία κρατάει τον μηχανισμό της Νέας Δημοκρατίας σε εγρήγορση, καθώς η δημοσκοπική υπεροχή της μπορεί να επιφέρει προεκλογικά μια οργανωτική ραστώνη.
Από την άλλη πλευρά ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κι αυτός τους δικούς του λόγους να διακινεί το ενδεχόμενο της «κυβέρνησης των ηττημένων». Δίδει έναν κινητοποιητικό μύθο –γιατί περί μύθου πρόκειται– στους φίλους του οι οποίοι βλέπουν το κόμμα τους να υστερεί σημαντικά από τη Νέα Δημοκρατία. Να αδυνατεί να καρπωθεί την κυβερνητική φθορά, να αδυνατεί να εισπράξει το παραμικρό από την τραγωδία των Τεμπών. Η προοπτική επανόδου στην εξουσία, έστω με συνεταίρους, αποτελεί ένα κίνητρο για τη συσπείρωση των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ. Συγχρόνως, έτσι αποφεύγεται η ύπαρξη κεντρόφυγων δυνάμεων και η συνακόλουθη γκρίνια και ηττοπάθεια.
Και γιατί το ενδεχόμενο της «κυβέρνησης των ηττημένων» δεν υφίσταται; Γιατί τόσο ο Ν. Ανδρουλάκης όσο και ο Γ. Βαρουφάκης δεν είναι διατεθειμένοι να αυτοκτονήσουν πολιτικά. Ο μεν Ν. Ανδρουλάκης θα δει το κόμμα του να διασπάται καθέτως, ο δε Γ. Βαρουφάκης θα μείνει χωρίς ψηφοφόρους, καθώς θα υπονομεύσει ο ίδιος το αντισυστημικό αφήγημα που δημιούργησε από το 2015 και μετά.
Συνεπώς, η σύμπτωση συμφερόντων των δύο μεγάλων κομμάτων συντηρεί ένα σενάριο πολιτικά ισχνό και πρακτικά αδύνατο.

