Η εξάπλωση του Διαδικτύου τις τελευταίες δεκαετίες, μαζί και η επέλαση της ψηφιοποίησης, επέφεραν τεκτονικές αλλαγές ανατρέποντας παγιωμένες συνήθειες και μεθόδους. Τίποτα δεν μένει, άλλωστε, όρθιο στο πέρασμα του χρόνου. Στον τομέα του πολιτισμού, ο τρόπος με τον οποίο ακούμε μουσική και οι μεταβολές που επήλθαν σ’ αυτόν αποτελούν ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα διαδοχικής εμφάνισης και εξαφάνισης εφευρέσεων που διαφημίστηκαν στον καιρό τους ως επαναστατικές, αλλά αποδείχθηκαν εντέλει εξαιρετικά βραχύβιες: το πάλαι ποτέ κραταιό βινύλιο έδωσε τη θέση του στο cd, το οποίο με τη σειρά του παρέδωσε τη σκυτάλη στο ipod μέχρις ότου επικρατήσει οριστικά (;) η άυλη μορφή του mp3 και αναδειχθεί το κινητό ως η νέα κιβωτός που φέρει εντός της τις βασικές λειτουργίες του νέου, ψηφιακού κόσμου. Αλλες εφευρέσεις προσαρμόστηκαν στην εποχή και αποδείχθηκαν εφτάψυχες, όπως το ραδιόφωνο.
Στον τομέα της τηλεθέασης, από την άλλη, η μετάβαση από τη βιντεοκασέτα στο DVD ή στο Blue Ray (ποιος το θυμάται, άραγε;) κι από εκεί στις πλατφόρμες streaming είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή κάμψη τόσο της τηλεόρασης όσο, κυρίως, του σινεμά, που είδε τη δημοφιλία του να καταρρέει και τον αριθμό των αιθουσών να μειώνεται προϊόντος του χρόνου. Μπορεί οι φόβοι που είχαν εκφραστεί την πρώτη περίοδο του DVD για ολική εξαφάνισή του να μην επιβεβαιώθηκαν, θα πρέπει, ωστόσο, να παραδεχθούμε πως το Netflix και οι υπόλοιποι πάροχοι, που πολλαπλασιάζονται, αποτελούν πολύ ισχυρότερους αντιπάλους. Αυτή είναι η κατάσταση των πραγμάτων για τους κινηματογράφους όχι μόνο των Αθηνών αλλά και του υπόλοιπου δυτικού κόσμου, και με αυτό το δεδομένο διεξάγεται τον τελευταίο καιρό η συζήτηση για τη διάσωση των ιστορικών κινηματογράφων Ιντεάλ και Αστορ. Στην όλη ιστορία υπάρχει, πάντως, ένα παράδοξο: η μεγάλη πλειονότητα όσων από εμάς αναγνωρίσαμε την αναγκαιότητα διατήρησης των αιθουσών τις επισκεπτόμαστε ολοένα και σπανιότερα ως θεατές. Μπορεί, όμως, τα λιγοστά τους εισιτήρια να είναι το βασικό επιχείρημα όσων ενδεχομένως προτιμούν να αφήσουν τους εν λόγω κινηματογράφους στην τύχη τους υποχρεώνοντάς τους να υπακούσουν στον νόμο της ακμής και της παρακμής; Νομίζω πως το ζήτημα της διατήρησής τους είναι πολυπλοκότερο και θα πρέπει να ενταχθεί σε ένα γενικότερο πλαίσιο, που αφορά τη συνολική εικόνα της πόλης.
Δουλεύοντας τα τελευταία χρόνια ως ερευνητής και σεναριογράφος για το ντοκιμαντέρ «Queen of the Deuce» με θέμα τη ζωή της Θεσσαλονικιάς Εβραίας Τσέλι Γουίλσον, η οποία μεσουράνησε στην πορνογραφική σκηνή της Νέας Υόρκης τις δεκαετίες ’60 και ’70 (υπήρξε ιδιοκτήτρια κάμποσων κινηματογράφων γύρω από τη διάσημη Τάιμς Σκουέρ) είχα την ευκαιρία να μελετήσω την ιστορία των αιθουσών της, διαπιστώνοντας ότι οι περισσότερες από αυτές ήταν χτισμένες στις αρχές του 20ού αιώνα, είχαν φιλοξενήσει διαφόρων ειδών θεάματα και vaudeville παραστάσεις, ενώ αποτελούσαν αρχιτεκτονικά στολίδια μοναδικής αξίας για την ιστορία της διασημότερης πόλης του κόσμου. Οταν η αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία ξέπεσε τη δεκαετία του ’60 και τα στούντιο του Χόλιγουντ έφτασαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, τα σινεμά αυτά άρχισαν να προβάλλουν ταινίες πορνό, αρχικά σοφτ και πολύ γρήγορα χάρντκορ, καταφέρνοντας να διασωθούν. Ενα από τα πρώτα σινεμά της δαιμόνιας Ελληνίδας, το Tivoli, διέθετε 1.443 θέσεις, πολυτελή θεωρεία, ενώ στην ακμή του διέθετε θερινό κινηματογράφο 951 θέσεων στην ταράτσα του ίδιου κτιρίου. Κανείς, ωστόσο, δεν αναλογίστηκε τη μακρά του πορεία όταν αποφασίστηκε η κατεδάφισή του, ένα μόλις χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του δημάρχου Τζουλιάνι. Οι παλιοί κινηματογράφοι της πόλης εξαφανίστηκαν στο πλαίσιο μιας εκστρατείας εκκαθάρισης από το πορνό, και τα οικόπεδα παραδόθηκαν στα χέρια μεγιστάνων του real estate για να γίνουν γραφεία.
Το αποτέλεσμα, κρίνοντας εκ των υστέρων, δεν δικαιώνει πλήρως τους εμπνευστές της περίφημης εκείνης «σκούπας». Παρά τον κίνδυνο ωραιοποίησης ενός «βρώμικου» παρελθόντος, θα πρέπει να παραδεχθεί κανείς πως το σημερινό Μανχάταν έχει χάσει την παλιά του αίγλη, πως οι αυθεντικές γωνιές της πόλης είναι πλέον ελάχιστες και πως το διασημότερο αμερικανικό λιμάνι έχει μετατραπεί σε ένα πανάκριβο λούνα παρκ για τουρίστες. Και αυτό γιατί η δημαρχία Τζουλιάνι εξαφάνισε μαζί με τους κινηματογράφους κι ένα στοιχείο που δεν αγοράζεται με χρήματα: την πατίνα της πόλης και μαζί την αύρα μιας εποχής που χάθηκε κάτω από τους σωρούς των μπάζων. Κάτι παρόμοιο συνέβη στα μέρη μας όταν η ανακαίνιση του κτιρίου του Μετοχικού Ταμείου Στρατού εξαφάνισε το «Μπραζίλιαν» του Ελύτη και του Χατζιδάκι ή όταν η Δημοτική Αγορά Κυψέλης στην Αθήνα και η «Μοδιάνο» στη Θεσσαλονίκη παραδόθηκαν καινούργιες μεν στο αγοραστικό κοινό, αλλά παντελώς άοσμες και άχρωμες. Η βερολινέζικη αγορά Markthalle Neun θα μπορούσε να λειτουργήσει εδώ ως πρότυπο: μπαίνοντας στους χώρους της, μεταφέρεται κανείς αυτόματα στις απαρχές της πόλης αναπνέοντας την ίδια στιγμή παλιό και νέο βερολινέζικο αέρα.
Η Αθήνα του μέλλοντος δεν θα πρέπει να προϋποθέτει το άγριο «ξήλωμα» του αστικού παρελθόντος της και οι όποιοι αυθεντικοί της θύλακοι θα πρέπει να διατηρηθούν με κάθε τρόπο.
Συμπερασματικά: Το ζήτημα της διάσωσης ή μη των λιγοστών κινηματογράφων του κέντρου των Αθηνών δεν θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας ad hoc απόφασης κάποιου υπουργείου (απογοητευτική, παρεμπιπτόντως η γραφειοκρατική αντίδραση του υπουργείου Πολιτισμού) αλλά μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου για το μέλλον της πόλης, που θα πρέπει να εκπονηθεί με τη συμμετοχή όλων των σχετικών φορέων. Η Αθήνα του μέλλοντος δεν θα πρέπει να προϋποθέτει το άγριο «ξήλωμα» του αστικού παρελθόντος της και οι όποιοι αυθεντικοί της θύλακοι θα πρέπει να διατηρηθούν με κάθε τρόπο. Η πόλη χρειάζεται τη φρεσκάδα του νέου και το βάθος του παλαιού σε ισορροπία και αρμονική συνύπαρξη. Αλλιώς θα εξελιχθεί σε μια μοντέρνα μεγαλούπολη χωρίς ψυχή, σε μια σχεδόν αδιάφορη πόλη αφιερωμένη στη βραχυχρόνια μίσθωση των ανακαινισμένων διαμερισμάτων της και στους πολυπληθείς επισκέπτες της.
Ο κ. Χρήστος Αστερίου είναι συγγραφέας.

