Μεγάλη Παρασκευή του 2022, έβγαινα καθυστερημένος από το σπίτι για να προλάβω την περιφορά του Επιταφίου στην εκκλησία της γειτονιάς. Οι δρόμοι έρημοι, το πρώτο (σχεδόν) κανονικό Πάσχα ύστερα από δύο χρόνια περιορισμών.
Μόλις πετάγομαι στη λεωφόρο, παρατηρώ μια γυναίκα σε ένα ηλεκτρικό αναπηρικό αμαξίδιο να προσπαθεί να ανέβει το πεζοδρόμιο της Ριζάρη. Υπάρχει ράμπα αλλά δυσκολεύεται· ψυχή τριγύρω. Προσεγγίζω διστακτικά, συστηνόμαστε, βοηθάω. Μάλλον πηγαίνουμε στην ίδια εκκλησία, όπου θεωρητικά την περιμένει η αδελφή της με τον άνδρα της. Η νέα αυτή γυναίκα, με κάποια χρόνια θέματα σπαστικότητας στα άκρα της αλλά κι ένα μεγάλο χαμόγελο και τεράστια αποθέματα χιούμορ, αυτοσαρκασμού και κουράγιου, έχει ξεκινήσει από το σπίτι της στον Βύρωνα χρησιμοποιώντας λεωφορείο. Εχει βάλει τα καλά της, δεν είναι μια οποιαδήποτε έξοδος. Στην όχι πάντα αδιατάρακτη πορεία μας, μιλάμε, γελάμε, μοιραζόμαστε σιωπηλά τη γλυκιά υπόσχεση της άνοιξης καθώς μας πλημμυρίζουν οι ευωδιές των λουλουδιών. Αλλά φθάνοντας στην εκκλησία, η αδελφή και ο γαμπρός της δεν είναι εκεί. Μιλούν στο τηλέφωνο, έχει γίνει λάθος συνεννόηση, μπερδέψαν τους ναούς, το πρόσωπό της σκοτεινιάζει, εκνευρίζεται. Η βραδινή έξοδος στην οποία είχε επενδύσει τόσο πολλά μόλις καταστράφηκε. Μου λέει ότι θέλει να επιστρέψει σπίτι. Την παρακαλώ να μου κάνει παρέα στον Επιτάφιο, αλλά δεν έχει πια διάθεση. Αποφασίζω να τη συνοδεύσω μέχρι τη στάση του λεωφορείου της, αρχίζει τα «σε παρακαλώ, δεν είναι ανάγκη, θα τα καταφέρω», δεν υποψιάζεται πόσο πολλά μου έχει προσφέρει ήδη η συνάντησή μας. Αλλά επειδή όλα πάνε στραβά εκείνο το βράδυ, τα λεωφορεία δεν φθάνουν ποτέ λόγω των Επιταφίων. Περιμένουμε λίγα λεπτά, αλλά τίποτα. Μου ζητάει να τη συνοδεύσω στο ασανσέρ του μετρό. Προσπαθώ να τη μεταπείσω. Θέλει να επιστρέψει στους γονείς της. «Στους μόνους ανθρώπους σ’ αυτόν τον πλανήτη που μ’ έχουν αγαπήσει». Δεν το λέει, αλλά το βλέπω στα μάτια της.
Αναζητώντας το ίχνος του Θεού σε όσους είναι έτοιμοι να μεταλάβουν χαρά από το τίποτα.
Προσπάθησα να φανταστώ τους γονείς της. Τον μόχθο, τις αγωνίες τους. Και την άλλη στιγμή αναλογίζομαι το πείσμα αυτής της γυναίκας για να βρεθεί εκεί όπου δικαιωματικά ανήκει: στο σώμα της κοινωνίας, στην κοινωνία της Εκκλησίας. Ασυναίσθητα θυμήθηκα το πιο «πασχαλινό» ανάγνωσμα που ξέρω, την «Αδελφή μου» του Σταύρου Ζουμπουλάκη (εκδόσεις Πόλις). Εφερα κατά νουν τη μορφή της πάσχουσας Γιούλας (φωτ.) και ξαναδιάβασα μια παράγραφο αυτού του σπουδαίου μικρού βιβλίου: «Γνώρισα στη ζωή μου σπουδαίους ανθρώπους, συγγραφείς, φιλοσόφους, επιστήμονες (…). Ξέρω να αξιολογώ τα έργα τους και να τα τιμώ όταν αξίζουν, η ηθική όμως εκτίμησή μου πηγαίνει μόνο, αποκλειστικά και μόνο, σε όσους στάθηκαν δίπλα σε βαριά και ανίατα άρρωστους και τους φρόντισαν. Μόνο αυτούς θεωρώ μαθητές του Χριστού».
Καλή Ανάσταση.

