Εχουν περάσει 33 χρόνια από τη συζήτηση με τη συμμετοχή πολιτικών αρχηγών, που χαρακτηρίστηκε το πρώτο ντιμπέιτ στη χώρα μας. Το 1990 Ανδρέας Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Χαρίλαος Φλωράκης συμμετείχαν στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Πάντειο Πανεπιστήμιο και μεταδόθηκε τηλεοπτικά από τη δημόσια τηλεόραση και ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Οι όροι της διαδικασίας ασφυκτικοί, δεν επέτρεπαν συνομιλία μεταξύ των συμμετεχόντων.
Στα χρόνια που ακολούθησαν δεν άλλαξαν πολλά. Συζητήσεις πολιτικών αρχηγών οργανώθηκαν πριν από τις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά ποτέ δεν απέκτησε η συγκεκριμένη διαδικασία τυποποιημένα χαρακτηριστικά. Αλλοτε με τη συμμετοχή μόνο των δύο βασικών διεκδικητών της εκλογικής νίκης, άλλοτε με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών αρχηγών, με τον αριθμό των δημοσιογράφων επίσης να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, συνήθως η συζήτηση για το πώς θα οργανωθεί η συζήτηση έχει περισσότερο ενδιαφέρον από την πολιτική αντιπαράθεση καθαυτή. Η επιδίωξη των επικοινωνιακών επιτελείων να διαμορφώσουν ένα όσο το δυνατόν περισσότερο ελεγχόμενο περιβάλλον, ώστε να περιορίσουν στο ελάχιστο τον κίνδυνο να υποπέσουν σε λάθη, σε αστοχίες επικοινωνίας οι υποψήφιοι και να εκτεθούν στο τηλεοπτικό κοινό, κάνει τη διαδικασία των τηλεοπτικών ντιμπέιτ εξόχως άχαρη. Και βαρετή. Και μάλλον ανούσια, αφού καταλήγει να γίνεται με όρους παράλληλων μονολόγων.
Συζητώντας με στέλεχος επικοινωνιακού επιτελείου μικρότερου κόμματος πριν από μερικές ημέρες, άκουσα να δυσανασχετεί που στο φορτωμένο προεκλογικό πρόγραμμα θα πρέπει να χωρέσει και ένα πιθανό ντιμπέιτ πολιτικών αρχηγών. «Δεν έχει τίποτα να δώσει. Δύσκολα θα καθίσει κάποιος μπροστά στην τηλεόραση να παρακολουθήσει ένα άκρως αντιτηλεοπτικό πρόγραμμα, με τους όρους που γίνεται. Κάποτε μπορεί να είχε τηλεθέαση η διαδικασία, ήταν η περιέργεια, ήταν κάτι νέο, ήταν η απουσία άλλων μορφών επικοινωνίας. Τώρα δείχνει να μην έχει νόημα πια», ανέφερε. Πρόσθεσε, βεβαίως, ότι «αν γίνει εννοείται ότι θα πάμε, για λόγους εντυπώσεων περισσότερο, όχι τόσο ουσίας, δεν μπορούμε να απουσιάζουμε».
Οι ειδικοί στα της επικοινωνίας υποστηρίζουν ότι το ντιμπέιτ κατά κανόνα το επιδιώκει ο πολιτικός αρχηγός που βρίσκεται πίσω στις εκτιμήσεις για εκλογική επικράτηση. Είναι λογικό. Δεν έχει κάτι να χάσει, ίσα ίσα προσδοκά ότι ένα πιθανό στραβοπάτημα του αντιπάλου θα του αποφέρει κέρδος. Ιδιαίτερα αν αισθάνεται ότι ο ίδιος «το ‘χει» με την επικοινωνιακή άνεση. Αντίθετα, αυτός που προηγείται στις εκτιμήσεις για εκλογική επικράτηση είναι λογικό και αναμενόμενο να είναι περισσότερο προσεκτικός, πιο συντηρητικός.
Σε κάθε περίπτωση, ένα τηλεοπτικό προϊόν το οποίο από τη φύση του μέσου οφείλει –προκειμένου να είναι ενδιαφέρον και να γοητεύει το κοινό– να έχει σπιρτάδα, ροή, ένταση, ανατροπές, στα καθ’ ημάς μεταλλάχθηκε σε κάτι άνευρο, βαρετό, συχνά ανούσιο και με ασφυκτικούς όρους.
Παρ’ όλα αυτά, συζητείται ένα ντιμπέιτ και γι’ αυτές τις εκλογές. Με δεδομένη την εισβολή νέων μορφών επικοινωνίας, μήπως να το ξανασκεφτούμε;

