Η επιτυχία της οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα μπορεί να έχει διάφορους ορισμούς. Οι περισσότεροι όμως αποτελούν αντικείμενο ερμηνείας.
Το 2022 η οικονομία μας πέτυχε τη δεύτερη υψηλότερη ανάπτυξη στην Ευρωζώνη. Οι προβλέψεις θέλουν τον ρυθμό μεγέθυνσης αισθητά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και το 2023, αν δεν μεσολαβήσουν πολιτικές ή άλλες εκπλήξεις. Ωστόσο, οι αναπτυξιακές αυτές επιδόσεις έρχονται ύστερα από χρόνια συρρίκνωσης του ελληνικού ΑΕΠ που ροκάνισαν την αγοραστική δύναμη και καθήλωσαν το βιοτικό μας επίπεδο στις τελευταίες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης.
Οι τράπεζες εξυγίαναν τους ισολογισμούς τους μειώνοντας σε μονοψήφια ποσοστά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ομως και πάλι κατέχουν το υψηλότερο ποσοστό κόκκινων δανείων στην Ευρώπη και μέσα σε περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων μπαίνει ερωτηματικό στο εγχείρημα της πιστωτικής επέκτασης για τη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Η επενδυτική βαθμίδα, ξανά υπό την αίρεση του πολιτικού κινδύνου από το ενδεχόμενο αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης, έχει πάρει πλέον τον δρόμο της για το τρέχον έτος και πρόκειται να αναβαθμίσει το προφίλ της χώρας στις κεφαλαιαγορές. Αλλά η ενίσχυση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν μεταφράζεται αυτόματα σε οικονομικό όφελος και τουλάχιστον δεν θα γίνει απαραίτητα κατανοητή από τον μέσο πολίτη.
Υπάρχει όμως ένας μετρήσιμος στόχος για την οικονομική μας ευρωστία με βάση τον οποίο μπορούμε να αξιολογήσουμε το πολιτικό μας σύστημα τα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Δεν είναι άλλος από την αναίρεση της βαριάς κληρονομιάς που άφησε πίσω η χαμένη δεκαετία της ελληνικής κρίσης χρέους και αφορά το μείζον: να καλύψουμε το επενδυτικό κενό των 100 δισ. ευρώ ώστε να επιστρέψει το ΑΕΠ στην περιοχή των 250 δισ. ευρώ. Η σύγκλιση με τον μέσο όρο της Ευρώπης στις επενδύσεις οφείλει να καταστεί διακηρυγμένος εθνικός στόχος πάνω στη βάση του οποίου θα κριθούν άπαντες.
Θα είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις οικονομικής επιτυχίας με όφελος αυταπόδεικτο για τους εργαζομένους και τους συνταξιούχους. Αποτελεί εξάλλου τη μοναδική διαθέσιμη διαδρομή για τη διάσωση του ασφαλιστικού συστήματος μέσα σε συνθήκες δημογραφικής επιδείνωσης: για κάθε συνταξιούχο θα δουλεύει πλέον μόλις ένας εργαζόμενος.
Γι’ αυτό και τα κόμματα που διεκδικούν τη διακυβέρνηση θα πρέπει να μας εξηγήσουν πώς θα τον πετύχουν· αν κάποια στιγμή διεξάγουμε πραγματικό προεκλογικό διάλογο που θα διαφωτίσει τους ψηφοφόρους. Αφού πρώτα μας πείσουν πώς τα ίδια θα εγγυηθούν ένα περιβάλλον σταθερότητας που θα διατηρήσει ζωντανό το στοίχημα για αλλαγή πίστας στην ελληνική οικονομία.

