Ισως είναι χρήσιμο να βλέπουμε πώς παράγεται η Δικαιοσύνη. Να μην είμαστε ούτε πολύ αφελείς, ούτε αθεράπευτα κυνικοί. Να βλέπουμε και να κρίνουμε, ώστε να μπορούμε να κινηθούμε μέσα στον λαβύρινθο της καθημερινότητας χωρίς πολλές αυταπάτες και με λιγότερο φανατισμό. Ομως, την ώρα που κορυφώνεται η εκλογική αντιπαράθεση, η δημόσια τοποθέτηση ανώτατου δικαστικού λειτουργού εναντίον κυβερνητικής νομοθετικής πρωτοβουλίας, και η φασαρία που αυτή προκαλεί, υπονομεύει και τη Δικαιοσύνη και την πολιτική σε βαθμό επικίνδυνο.
Σοβαρός παράγοντας της ελληνικής κακοδαιμονίας είναι ο γενικός κυνισμός προς την εξουσία και τους θεσμούς. Η καχυποψία είναι πανίσχυρη και καθοριστική επειδή τρέφεται και από φαντασιώσεις και από γεγονότα – οι συνωμοσιολόγοι φτιάχνουν το πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης και η πραγματικότητα επιβεβαιώνει τις συνωμοσίες (ή, συνήθως, ερμηνεύεται έτσι). Με άλλα λόγια, ψάχνουμε συνεχώς τρόπο να επιβεβαιώσουμε τις προκαταλήψεις μας. Και οι θεσμοί «ανταποκρίνονται» αυτοβούλως σε αυτή την επιθυμία. Η περίπτωση του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου που παραιτήθηκε χθες θα παίξει σημαντικό ρόλο στη συλλογική (αν και αυτή διασπασμένη) μνήμη, ως «απόδειξη» της κοσμοθεωρίας του καθενός. Κάποιοι θα δουν έναν ευσυνείδητο δικαστικό λειτουργό, έναν θεσμικό παράγοντα, που ύψωσε ανάστημα εναντίον κυβερνητικής παρέμβασης στη Δικαιοσύνη. Αλλοι θα διακρίνουν σκοτεινό κίνητρο για μια ευθεία επίθεση εναντίον της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Κάποιοι θα ενισχύσουν την άποψή τους ότι η κυβέρνηση υπονομεύει τη δημοκρατία ώστε να αποφύγει πολιτική απειλή για την ίδια από την άκρα Δεξιά, ενώ άλλοι θα δουν μια αδέξια προσπάθεια να αποφευχθεί ο εκλογικός αποκλεισμός πολιτικού σχήματος που ιδρύθηκε από καταδικασμένο στέλεχος εγκληματικής οργάνωσης. Κάθε ετερόκλητος πολιτικός αντίπαλος και κάθε ομάδα παραπονεμένων βρίσκει σπάνια ευκαιρία συσπείρωσης εναντίον του κοινού εχθρού – της κυβέρνησης. Και αυτή, αντιμέτωπη με αυτό το τείχος, θα αντιδράσει με τον μόνο τρόπο που οι κυβερνήσεις μας γνωρίζουν – θα αισθάνεται ταυτόχρονα αδικημένη από τους άλλους και δικαιωμένη για τη στάση της.
Η ουσία είναι ότι δύσκολα θα μάθουμε τι ακριβώς συμβαίνει, καθώς ο καθένας θα έχει βρει «δικαίωση» για την ερμηνεία του πριν απ’ οποιαδήποτε έρευνα. Το παρατηρούμε σε κάθε σοβαρό θέμα που προκύπτει – ζητάμε τρόπο να επιβεβαιώσουμε την αρχική μας θέση, όχι να διερευνήσουμε τις αιτίες, να αξιολογήσουμε τους πρωταγωνιστές, ώστε να βελτιώνουμε τις αποδόσεις θεσμών, διαδικασιών, ατόμων. Η προσπάθεια διαχείρισης του «Κόμματος Κασιδιάρη» δείχνει πως και όταν η δημοκρατία θέλει να αμυνθεί υπονομεύεται από τους ίδιους που υμνούν τα κάλλη της. Το να βλέπουμε το χάλι μας είναι καλύτερο από το να το κρύβουμε, ή να ζούμε με φαντασιώσεις. Θα μπορούσε να ήταν και χρήσιμο εάν οδηγούσε σε μια συλλογική προσπάθεια βελτίωσης. Επειδή η συνεχής υπονόμευση των θεσμών δεν ενισχύει τόσο τους πολιτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης όσο τους εχθρούς της δημοκρατίας.

