Το προεδρικά ντιμπέιτ και η εμπειρία των ΗΠΑ

3' 19" χρόνος ανάγνωσης

Τα προεδρικά ντιμπέιτ αποτελούν παράδοση στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Δεν προβλέπονται από κανένα νόμο, ούτε βέβαια από το σύνταγμα, αλλά σήμερα αποτελούν αναπόσπαστο και de facto στοιχείο των προεδρικών αλλά και προκριματικών εκλογών.

Το πρώτο ντιμπέιτ –και μάλιστα τηλεοπτικό– πραγματοποιήθηκε μεταξύ Κένεντι και Νίξον το 1960. Η σχετική βιβλιογραφία βρίθει από αναλύσεις, ιδιαίτερα για τον ρόλο που έπαιξε η τηλεόραση στην ήττα του Νίξον. Χρειάστηκε να περάσουν, ωστόσο, αρκετά χρόνια για την καθιέρωσή τους στις προεδρικές εκλογές (1976). Εκτοτε, πολιτικοί και ψηφοφόροι αναμένουν την πραγματοποίηση των ντιμπέιτ, αν και τα τελευταία χρόνια οι θεατές έχουν μειωθεί. Ωστόσο, η σημασία που τους αποδίδεται είναι μεγάλη. Χαρακτηριστικό είναι ότι πραγματοποιούνται δημοσκοπήσεις τόσο πριν όσο και μετά τα ντιμπέιτ, για να διαπιστωθεί πώς επηρέασε την πρόθεση ψήφου η εμφάνιση των υποψηφίων. Πολιτικοί αναλυτές και δημοσιογράφοι ανακηρύσσουν τον νικητή του ντιμπέιτ και πράγματι, ουκ ολίγες φορές, ο υποψήφιος που κερδίζει τα ντιμπέιτ κερδίζει και τις εκλογές.

Η θεματολογία των ντιμπέιτ περιλαμβάνει τα πιο διαφιλονικούμενα θέματα, ενώ στόχος είναι οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι, γι’ αυτό και πραγματοποιούνται πολύ κοντά στις εκλογές. Παραδοσιακά συμμετέχουν μόνο δύο υποψήφιοι, ο Δημοκρατικός και ο Ρεπουμπλικανός. Ο αριθμός των ντιμπέιτ μπορεί να διαφέρει, αλλά συνήθως είναι τρία: ένα για την εσωτερική πολιτική, ένα για την εξωτερική και ένα επί παντός θέματος. Συνήθως λαμβάνουν χώρα σε πανεπιστήμια, παρουσία κοινού, ενώ τις ερωτήσεις θέτει είτε ένας δημοσιογράφος/συντονιστής είτε περισσότεροι. Πρόκειται πάντα για προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους. Ενας από τους πιο συχνούς συντονιστές ήταν ο Jim Legrer, επί χρόνια παρουσιαστής της ειδησεογραφικής εκπομπής Newshour του δημόσιου τηλεοπτικού δικτύου PBS. Ενίοτε ερωτήσεις μπορεί να θέτουν μέλη του κοινού. Στην κλασική μορφή του ντιμπέιτ, κάθε υποψήφιος έχει δύο λεπτά για να απαντήσει στην ερώτηση που του θέτει ο δημοσιογράφος. Μετά το πέρας των δύο λεπτών ο αντίπαλος έχει ένα λεπτό για να απαντήσει στον πρώτο. Η σειρά προτεραιότητας αποφασίζεται με νόμισμα. Δεν υπάρχουν εναρκτήριες τοποθετήσεις παρά μόνο καταληκτικές.

Παρά το γεγονός ότι η μορφή των ντιμπέιτ έχει κατά κάποιον τρόπο αποκρυσταλλωθεί σε αυτή που περιγράφηκε παραπάνω, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Η συγκεκριμένη μορφή που λαμβάνει ένα προεδρικό ντιμπέιτ και οι κανόνες που το διέπουν αποτελούν θέμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο κομμάτων στο πλαίσιο της επιτροπής για τα προεδρικά ντιμπέιτ. Η επιτροπή αυτή είναι ιδιωτική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που δημιουργήθηκε το 1987 με σκοπό τη διασφάλιση των ντιμπέιτ ως μόνιμου μέρους της εκλογικής διαδικασίας, για την καλύτερη δυνατή ενημέρωση των ψηφοφόρων. Αν και η ίδια σημειώνει ότι αποτελεί μη κομματική (non-partisan) επιτροπή, στην ουσία τα μέλη της είναι –και δη τα ηγετικά– επιφανή στελέχη των δύο μεγάλων κομμάτων. Η επιτροπή ουσιαστικά αποτελεί μηχανισμό με εκπροσώπους και από τα δύο κόμματα, όπου πραγματοποιείται η διαπραγμάτευση για τη διευθέτηση των ντιμπέιτ. Επιπλέον, η επιτροπή ασχολείται και με σχετική ακαδημαϊκή έρευνα, αλλά και με τη μετάδοση τεχνογνωσίας σε άλλες χώρες.

Ουκ ολίγες φορές, ο υποψήφιος που κερδίζει τις εντυπώσεις στα συνήθως τρία ντιμπέιτ κερδίζει και τις εκλογές.

Δεν λείπει, βέβαια, και η κριτική στην όλη διαδικασία, με βασικά επιχειρήματα τον αποκλεισμό τρίτου υποψηφίου (σύμφωνα με απόφαση της επιτροπής, για να συμμετάσχει υποψήφιος πρέπει να συγκεντρώνει, με βάση τις δημοσκοπήσεις, το 15% της ψήφου), την τάση υπερβολικού ελέγχου της διαδικασίας από τους υποψηφίους και τα επιτελεία τους, αλλά και την προηγούμενη ενημέρωση των υποψηφίων για τα θέματα των ντιμπέιτ, αν και γενικά οι ερωτήσεις δεν είναι γνωστές, πράγμα που εξασφαλίζεται και από την ακεραιότητα και το κύρος των συντονιστών. Επιπροσθέτως, η πραγματοποίηση των ντιμπέιτ βασίζεται σε δωρητές και σπόνσορες, μεταξύ των οποίων ιδρύματα, οργανισμοί, ενώσεις και ιδιωτικές εταιρείες. Πέρα από τα προεδρικά ντιμπέιτ, πραγματοποιείται και ένα ντιμπέιτ μεταξύ των υποψηφίων αντιπροέδρων, το οποίο δεν τραβάει ιδιαίτερα την προσοχή. Ντιμπέιτ όμως πραγματοποιούνται και μεταξύ των υποψηφίων για το χρίσμα τόσο των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικανών. Αυτά μάλιστα είναι πολύ περισσότερα σε αριθμό –πάνω από δέκα– ενώ οι συμμετέχοντες είναι, βέβαια, περισσότεροι των δύο.

Θα ήταν ευχής έργον να βλέπαμε έναν τέτοιο σταθερό θεσμό να ενσωματώνεται και στην ελληνική προεκλογική πραγματικότητα. Είμαστε άραγε ώριμοι;

Ο κ. Χρήστος Γ. Φαϊλάδης είναι διεθνολόγος, τ. σύμβουλος Διεθνούς Διπλωματίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT