Υπολογιστή είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου το 1972 στην Καρλσρούη. Μου τον έδειξε η κόρη μου που σπούδασε εκεί πληροφορική. Ηταν ένα ογκώδες αντικείμενο, ιδιοκτησία του πανεπιστημίου και κοινόχρηστο. Με δυσκολία προσπάθησα να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό της για το πόσο πολλά και εκπληκτικά μπορούσε να κάμει αυτό το μηχάνημα. Ηταν πράγματα που δεν με αφορούσαν. Εγώ χρησιμοποιούσα πολύ και διαρκώς, στη δουλειά μου και για το κέφι μου, μια φορητή γραφομηχανή Olivetti, που την καμάρωνα πολύ. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1983, αγόραζα τον πρώτο μου υπολογιστή. Ηταν ένας κύβος 30Χ30Χ40 που κάθησε στο γραφείο μου αμετακίνητος. Σήμερα, ο υπολογιστής μου είναι ελαφρύτατος, μου επιτρέπει να εργαστώ οπουδήποτε μέσα στο σπίτι ή ανά την υφήλιο, και επίσης να ακούω μουσική, να διαβάζω εφημερίδες, να επικοινωνώ με φίλους ανά τον κόσμο, να ανατρέχω σε εγκυκλοπαίδειες, να παρακολουθώ διαλέξεις, να βλέπω ταινίες… Αξιοθαύμαστο εργαλείο!
Χθες όμως η εγγονή μου άνοιξε τον υπολογιστή της και μου είπε πως έχει αναπτυχθεί μια νέα εφαρμογή, το ChatGPT, που μπορεί να συνθέτει κείμενα. «Ζήτα του να μας γράψει κάτι». «Σαν τι κάτι;». «Οτιδήποτε!». «Γράψε ένα ποίημα για το φως στο στυλ του Καβάφη!» διέταξα, σίγουρη πως θα το σάστιζα το μηχάνημα. Εκείνο όμως με ταχύτητα αστραπής άρχισε να αραδιάζει στίχους. Ελληνικά! Δεν ήταν καθόλου παλαβομάρες. Και έμοιαζαν κάπως με Καβάφη! Επανέλαβα το πείραμα με διάφορα άλλα θέματα, και κάθε φορά η ανταπόκρισή του ήταν ακαριαία και στοχευμένη.
«Δεν είναι θαυμάσιο!» είπε η εγγονή μου. Εγώ είχα μείνει άναυδη. Μονομιάς κατάλαβα τι ένιωθαν οι Λουδίτες, που στην αρχή της βιομηχανικής επανάστασης, με πρόσωπα μουτζουρωμένα για να μην τους αναγνωρίσουν, τρύπωναν τη νύχτα στα εργοστάσια και προσπαθούσαν με βαριοπούλες να σπάσουν τα μηχανήματα. Μου ερχόταν και μένα να τον κάμω κομμάτια αυτόν τον υπολογιστή. Με απειλούσε, τούτο δω το τέρας! Αυτό δεν είχε μόνον μια απειρία γνώσεων. Αυτό μπορούσε να κάμει ό,τι και το μυαλό μου. Και καλύτερα! Και ταχύτερα!
Ομολογουμένως, αυτά τα 40 χρόνια που χειρίζομαι υπολογιστή, οι σχέσεις μου μαζί του δεν ήταν ανέφελες, όπως ήταν επί 25 χρόνια με την Olivetti μου. Εκείνη την είχα μάθει μια φορά, και πάει τελείωσε. Καταλάβαινα πώς λειτουργεί, ήξερα πώς να τη φροντίσω, ακόμη και να τη διορθώσω. Και έμενε σταθερά η ίδια. Οταν την έβγαζα από τη θήκη της, δεν είχα εκπλήξεις. «Καλημέρα κυρία Ολιβέττι!» της έλεγα. «Στις διαταγές σας!» μου απαντούσε.
Ενώ οι υπολογιστές…! Αυτοί είναι όλο καπρίτσια και όλο αλλαγές – βελτιώσεις τις λένε. Αλλα δεν τις έχω ζητήσει εγώ αυτές τις βελτιώσεις, και έτσι τις δέχομαι όπως παλαιά το μουρουνόλαδο – κάτι πολύ δυσάρεστο στη γεύση, που οι μεγάλοι σού έλεγαν πως θα σου κάμει καλό. Το καταπίνεις, αλλά το αντιπαθείς. Και κάθε καινούργια κουταλιά σου φαίνεται πιο δυσάρεστη και πιο περιττή.
Τούτο δω όμως, το ChatGPT, δεν ήταν απλώς περιττό. Τούτο δω με έβγαζε εμένα περιττή. Στο εξής αυτό θα έγραφε τα μυθιστορήματα, τα άρθρα στις εφημερίδες, τις πραγματείες… Το τζίνι είχε βγει απ’ το μπουκάλι! Παντοδύναμο, μπορούσε όχι μόνον τη δουλειά μου να μου πάρει, αλλά στήνοντας συμμαχίες με άλλα τέτοια τζίνια μπορούσε να ρυθμίζει το τι θα διαβάζω, ελέγχοντας έτσι και το τι σκέπτομαι… Ω Θεέ μου! Ως πού μπορούσε να πάει αυτό;
Επηρεασμένος από την επικαιρότητα, ο νους μου πήγε στα τρένα. Παλιά οι σιδηροδρομικοί είχαν μια σκληρή δουλειά που απαιτούσε μεγάλη υπευθυνότητα και γι’ αυτό είχαν υψηλούς μισθούς. Τώρα φαίνεται πως η δουλειά τους είναι να ελέγχουν τα μηχανήματα, και αν κρίνουμε απ’ όσα μάθαμε τελευταία, οι υψηλοί μισθοί έμειναν αλλά όχι και η υπευθυνότητα.
Τώρα ζητάμε με πάθος μηχανές, ολοένα πιο έξυπνες μηχανές, να μπουν γρήγορα και καλά στους σιδηρόδρομους ώστε, λέει, να γλιτώσουμε από τα τραγικά ατυχήματα. Σε λίγο θα εμπιστευτούμε τις μηχανές τόσο, και δεν θα έχουμε πια ανθρώπους να τις ελέγχουν, όπως δεν έχουν στα Τρίκαλα οδηγό τα λεωφορεία του δήμου. Σκέψου όμως αν μια μέρα μια μηχανή πάθει βλάβη; Πόσους ανθρώπους θα έχει θερίσει πριν τη σταματήσουν και τη διορθώσουν; Ή σκέψου αν όλες αυτές οι έξυπνες μηχανές συνδικαλιστούν μια μέρα! Σκέψου να διεκδικήσουν το δικαίωμα της απεργίας, ή να πάνε μια Πρωτομαγιά να γλεντήσουν όλες μαζί κατεβάζοντας και τους διακόπτες της ΔΕΗ όπως το έκαναν οι δικοί μας συνδικαλιστές στις εποχές της δόξας τους…
«Κλείσ’ το» παρακάλεσα με σβησμένη φωνή την εγγονή μου.
Η κ. Αθηνά Κακούρη είναι συγγραφέας.

