Ο υστερικός θεός της Ελλάδας

2' 6" χρόνος ανάγνωσης

Πολλές φορές, σκέφτομαι πως φταίει η παρουσία των αρχαιοτήτων στο κέντρο της Αθήνας. Επειδή τα προστατεύει η ιερότητα του «Μη μου άπτου» στρέφουμε την υστερία μας στο περιβάλλον τους. Εκεί όπου μπορούμε να γκρεμίσουμε και να ξαναχτίσουμε στο όνομα μιας ανάγκης που μας χαρακτηρίζει, σ’ αυτόν τον υπόκωφο συντηρητισμό της κοινωνίας μας που εκφράζεται με θόρυβο στην επιφάνεια της ζωής μας, τον θόρυβο της συνεχούς καταστροφής και της ανάπλασης. Λες και φοβόμαστε μήπως κάποιος που μας παρακολουθεί δεν πάρει είδηση το πέρασμά μας. Μας αρέσει να πιστεύουμε πως ο θεός της Ελλάδας είναι τραγικός. Μάλλον κωμικό θα τον έλεγα, για την ακρίβεια υστερικό. Είναι η οικονομία, ηλίθιε, που απαιτεί να γκρεμίσεις για να ξαναχτίσεις; Είναι όμως και η ψυχολογία. Συμπεριφερόμαστε στο περιβάλλον σαν να βαριόμαστε τον εαυτό μας και επειδή δεν μπορούμε να τον αλλάξουμε, αλλάζουμε το περιβάλλον. Κάποτε είχα ρωτήσει τον Χατζιδάκι γιατί άλλαξε στέκι, και από τον Φλόκα στην Πανεπιστημίου, όπου σύχναζε, μετακόμισε στο GB της «Μεγάλης Βρεταννίας». Απάντηση: «Βαρέθηκα να διαβάζω “Ριζοσπάστη”. Καθόταν απέναντί μου ο Μιχαλόπουλος (της “Ελεύθερης Ωρας”) κι εγώ για να τον εκνευρίσω έστελνα να μου αγοράσουν “Ριζοσπάστη” και τον άνοιγα φαρδιά-πλατιά». Να σημειώσω ότι ούτε ο Φλόκας της Πανεπιστημίου ούτε το GB υπάρχουν πια. Σήμερα ανησυχούμε για την τύχη του Ιντεάλ και του Αστορ, δύο ιστορικών τοπόσημων της Αθήνας. Πόσα καφενεία, όμως, έχουν απομείνει στην Αθήνα;

Και όταν λέω καφενεία, εννοώ καφενεία. Δεν αναφέρομαι σ’ αυτό το υβριδικό κατασκεύασμα που λέγεται «καφετέρια» και το οποίο θεωρεί υποχρέωσή του να σε τρελαίνει με εκκωφαντική μουσική, ακυρώνοντας την οποιαδήποτε δυνατότητα για συζήτηση. Το καφενείο ήταν τρόπος ζωής για την Αθήνα. Μια ιστορική μορφή «κοινωνικής δικτύωσης», όπου μπορούσες να συνομιλήσεις ή ακόμη και να καβγαδίσεις με αγνώστους. Δεν επέτρεπε τα ψευδώνυμα, όπως το Διαδίκτυο. Πολιτικολογία όσο δεν πάει άλλο. Ηταν ένας τόπος δημοκρατίας, που σήμερα δεν υπάρχει πια. «Η Ευρώπη αρχίζει και τελειώνει στις πόλεις όπου λειτουργούν καφενεία», έγραψε κάποτε ο Τζορτζ Στάινερ. Σήμερα η Αθήνα δεν έχει καφενεία. Υπεύθυνη δήλωση απαισιοδοξίας. Ακόμη κι αν σωθούν το Ιντεάλ και το Αστορ, η Αθήνα έχει πάρει τον δρόμο της. Και είναι λεωφόρος. Είναι μια πόλη χωρίς βιωμένη μνήμη. Και βέβαια βιωμένη μνήμη δεν είναι ούτε ο Παρθενών ούτε το Ερέχθειο. Βιωμένη μνήμη είναι το καφενείο, το εστιατόριο ή ο κινηματογράφος, που τα ζήσαμε και θα θέλαμε να τα ζήσουν και τα παιδιά μας. Νοσταλγία; Δεν νομίζω. Αίσθημα της συνέχειας ενός τρόπου ζωής που περνάει από γενιά σε γενιά, μεταμορφώνεται, αλλάζει, όμως όταν διακόπτεται δημιουργεί νέες γενιές που είναι ορφανές, χωρίς βιωμένη μνήμη. Ο θεός της Ελλάδας είναι υστερικός.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT