Ενώ η ένταση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας οξύνεται, η Ευρωπαϊκή Ενωση καλείται να διαμορφώσει τη νέα σχέση της με τον βιομηχανικό και εμπορικό γίγαντα, την ώρα που το Πεκίνο συμπεριφέρεται ολοένα πιο δυναμικά στη διεθνή σκηνή.
Αύριο η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν θα συναντηθούν με τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, σε μια προσπάθεια να δρομολογηθεί μια λειτουργική σχέση μεταξύ Ε.Ε. και της χώρας που αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη αγορά των εξαγωγών της και μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών. Η Ευρώπη ήδη έχασε την πηγή φθηνής ενέργειας, με τον αποκλεισμό της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Εάν χάσει και την αγορά και τα προϊόντα της Κίνας, η ακρίβεια που ήδη προκαλεί προβλήματα θα αυξηθεί, με μεγάλο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό κόστος. Η Ε.Ε., λοιπόν, καλείται να βρει μια ισορροπία μεταξύ της πίεσης που θέλει να ασκήσει όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κινήσεις του Πεκίνου στη διεθνή σκακιέρα και τη διατήρηση μιας κρίσιμης οικονομικής σχέσης.
Πριν από λίγες ημέρες η πρόεδρος της Επιτροπής δήλωσε ότι η Ε.Ε. πρέπει να επανεξετάσει τις διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις της με την Κίνα. Η Ευρώπη οφείλει «να έχει ξεκάθαρη εικόνα για τα ρίσκα», είπε, επισημαίνοντας ότι οι σχέσεις με την Κίνα είχαν γίνει «πιο δύσκολες».
Η Ευρώπη ήδη έχασε την πηγή φθηνής ενέργειας, με τον αποκλεισμό της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Αυτές οι ημέρες θα δείξουν εάν η Ε.Ε. μπορεί να παίξει τον ρόλο που θα ταίριαζε με το οικονομικό της βάρος, ώστε να μπορεί να μετριάσει κάπως την ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Η συγκυρία είναι δύσκολη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έδειξε ότι οι ΗΠΑ καθορίζουν την πολιτική της Δύσης και εντός Ευρώπης. Την ίδια ώρα, η απόλυτη ηγεμονία του Σι στη χώρα του συνδέεται με ολοένα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στη διεθνή σκηνή και με τη ραγδαία ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεών της. Η Κίνα, επίσης, δραστηριοποιείται σε χώρες και περιοχές, όπως η Αφρική, για τις οποίες οι ΗΠΑ και η Δύση γενικώς δεν ενδιαφέρονται. Σε όλα τα επίπεδα εξελίσσεται και πολιτικά σε σοβαρό αντίβαρο – αντίπαλο της Δύσης.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ήταν μια ευκαιρία για τις ΗΠΑ και την Κίνα να συνεργαστούν ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία. Δυστυχώς, και οι δύο επιδιώκουν άμεσα οφέλη από τη ρήξη: οι ΗΠΑ επιβεβαίωσαν την κυριαρχία τους μεταξύ των συμμάχων τους, ενώ η Κίνα κερδίζει από φθηνή ενέργεια και τη δυσαρέσκεια πολλών χωρών εναντίον της Αμερικής.
Η Ε.Ε., που θα μπορούσε να ωθήσει και τις δύο δυνάμεις προς μια εξομάλυνση των σχέσεων (καθώς η ευημερία της εξαρτάται και από τις δύο και συμβάλλει στη δική τους), καλείται να το επιδιώξει κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες διεθνώς και με μεγάλες εντάσεις στο εσωτερικό της.

