Κατά τις προεκλογικές ιδίως περιόδους, οι τρόποι που τα Μέσα καλύπτουν τα όσα διαμείβονται μεταξύ κομμάτων και υποψηφίων προφέρουν στο κοινό οπτικές γωνίες για την κατανόηση της πολιτικής πραγματικότητας. Αυτό στην πολιτική επικοινωνία ονομάζεται πλαισίωση. Πρόκειται για την επιλογή ορισμένων πτυχών της πραγματικότητας, την ανάδειξη και την οργάνωσή τους με τέτοιο τρόπο ώστε να προωθηθεί ένας συγκεκριμένος ορισμός του προβλήματος, μια αιτιολογική ερμηνεία, μια ηθική αξιολόγηση και μια προτεινόμενη λύση για ένα γεγονός ή ζήτημα. Το αν, βέβαια, οι ως άνω ερμηνείες υιοθετούνται αυτούσιες ή διαμεσολαβούνται από τις ιδιαιτερότητες των μελών του κοινού, είναι ένα άλλο ζήτημα.
Από πολυετείς διεθνείς έρευνες γνωρίζουμε ότι δύο είναι κυρίως οι τρόποι που καλύπτονται ειδησεογραφικά οι προεκλογικές αναμετρήσεις, χωρίς μάλιστα να αλληλοαποκλείονται. Είτε ως αγώνας δρόμου ή ιπποδρομία (horse race) είτε ως στρατηγικό παίγνιο (strategic game), κάτι σαν μια παρτίδα σκάκι ας πούμε.
Στην πρώτη περίπτωση, βασικό εργαλείο είναι οι δημοσιοποιημένες δημοσκοπήσεις, που ανάλογα με τη συσπείρωση των ψηφοφόρων παρουσιάζεται η εκλογική αναμέτρηση σαν μαραθώνιος ή κατοστάρι με πρωτοπόρους, εναλλαγές και εκπλήξεις της τελευταίας στιγμής. Ετσι, πολλοί εκ των αναποφάσιστων υποκύπτουν στον πειρασμό να ακολουθήσουν τον φαινόμενο άνεμο του νικητή (winner effect) ή να πέσουν στην αγκαλιά των πολλών (band wagon effect).
Στη δεύτερη περίπτωση, η πολιτική αντιπαράθεση πλαισιώνεται ως ένα σύνολο αντιφερόμενων στρατηγικών και τακτικών επιλογών, ένας τρόπον τινά «πόλεμος θέσεων», όπου ο ικανότερος (αλλ’ ίσως όχι και ο καταλληλότερος) κερδίζει. Εφόσον το διακύβευμα είναι ο κυβερνητικός θώκος, πρόκειται για παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ανέκαθεν στον δημόσιο λόγο αναφέρεται κατά κόρον το «πολιτικό παιχνίδι», οι «κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού» κ.ο.κ. Στην πολιτική σκηνή και στο μοντέλο της «ενημερω-διασκέδασης», για αρκετούς θεατές του μεσοποιημένου πολιτικού ανταγωνισμού πρόκειται όντως για «παιχνίδι», καθώς η ψυχαγωγία υποκαθιστά το ενδιαφέρον για τα κοινά και η αγωνιώδης μέριμνα πολλών πολιτικών είναι –καθόσον υποδύονται ρόλους– να πείθουν ότι δεν παίζουν θέατρο.
Εκτός όμως από το σκέλος του πολιτικού μάρκετινγκ –διότι περί αυτού πρόκειται– το πολιτικό φαινόμενο είναι ένα συγκρουσιακό παίγνιο εξουσίας κι εδώ τα πράγματα είναι πιο σοβαρά, καθώς οι παίκτες χειρίζονται δημόσιους πόρους και επηρεάζουν ευκαιρίες ζωής και διακρατικές σχέσεις. Ακριβώς γι’ αυτό οι κανόνες (rules) και οι νόρμες (norms) του δημοκρατικού παιγνίου πρέπει να είναι γνωστά και σεβαστά, καθώς τίθενται από το Σύνταγμα, τους νόμους και τις σταθερές της πολιτικής κουλτούρας που ορίζουν το πλαίσιο της κομματικής αντιπαράθεσης.
Εκτός από δύο περιπτώσεις (2004 και 2019) ουδέποτε από το 1974 τηρήθηκε η προβλεπόμενη τετραετία διεξαγωγής των εκλογών. Συμβαίνει βέβαια και σε άλλες δημοκρατίες, όμως όχι στον βαθμό που η εξαίρεση να καταστεί κανόνας. Εδώ και αρκετούς μήνες, η χώρα έχει εισέλθει σε μιαν άτυπη παρατεταμένη προεκλογική περίοδο με έως πολύ πρόσφατα άδηλη την περίοδο ή/και την ημερομηνία των εκλογών. Για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Bουλή με πρόταση της κυβέρνησης προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας (άρθρ. 41 Συντ.). Σχεδόν πάντα οι εθνικοί λόγοι που επικαλούνται οι πρωθυπουργοί είναι προσχηματικοί. Συνήθως οι πρωθυπουργοί προκαλούν πρόωρες εκλογές όταν πιθανολογούν ότι θα τις κερδίσουν ή ότι δεν θα χάσουν με μεγάλη διαφορά. Μήνες τώρα πιθανολογούνταν ποικίλες ημερομηνίες ως οι πλέον κατάλληλες για την πρώτη και δεύτερη κάλπη. Μέχρι και ο Αρχιεπίσκοπος είχε δώσει το πράσινο φως για εκλογές την Κυριακή των Βαΐων. Τελικά, πριν από τέσσερις ημέρες ο κ. Μητσοτάκης ανακοίνωσε ότι η (πρώτη) εκλογική αναμέτρηση θα γίνει την Κυριακή 21 Μαΐου.
Το δυσάρεστο είναι πως, ενώ η συζήτηση, οι διαρροές και οι δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων περί του χρόνου των εκλογών είχαν ξεκινήσει ήδη από το τέλος του φθινοπώρου, έρχεται εκ των υστέρων ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να επικαλεστεί τη «θεσμικότητα». Πόσο μάλλον που κυνικά μετά το δυστύχημα στα Τέμπη και επί ένα μήνα, με ευθύνη του πρωθυπουργού, οι διακινούμενες ημερομηνίες δεν υπάκουαν τόσο στις αναγκαιότητες των συνταγματικών προθεσμιών, όσο στο κατά πόσον ο χρόνος διεξαγωγής των εκλογών θα εξυπηρετούσε τον σχεδιασμό της Ν.Δ. Εδώ το κόμμα αυτό δεν συντάχθηκε με τη «λογική των Μέσων», αλλά τα Μέσα υιοθέτησαν την «κομματική λογική» πλαισιώνοντας αναλόγως τις ειδήσεις τους. Είναι τόσο απίθανο για τις εγχώριες δυνάμεις του πολιτικού φιλελευθερισμού να θεσπίσουν ή να προτείνουν μια δήλη και σταθερή ημερομηνία ώστε ο χρόνος των εκλογών να λειτουργεί ως πλαίσιο και όχι ως επίδικο του πολιτικού παιγνίου;
Ο κ. Νίκος Δεμερτζής είναι καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Επικοινωνίας στο ΕΚΠΑ.

