Σε ένα θεωρητικό πλαίσιο, η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη για πρωθυπουργό ένα τρίτο πρόσωπο, εκτός των εκλεγμένων πολιτικών αρχηγών, θα μπορούσε να ιδωθεί με ενδιαφέρον. Στην πράξη, όμως, οι δυσκολίες υλοποίησής της είναι πολλές. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ζητάει επί της ουσίας από τους δυνητικούς κυβερνητικούς εταίρους του να κάνουν μια δημόσια παραδοχή αποτυχίας και να αναγνωρίσουν ότι κάποιος άλλος, κάποιος τρίτος, μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα από αυτούς. Είναι μάλλον αυτονόητη η αντίδραση των άμεσα ενδιαφερομένων και η απόρριψη που συναντά η πρότασή του. Οι κ. Κυριάκος Μητσοτάκης και Αλέξης Τσίπρας, εάν δέχονταν ότι μπορούν να μπουν σε μια τέτοια συζήτηση, θα έπρεπε ταυτόχρονα να εξηγήσουν στο εκλογικό σώμα γιατί ζητούν την ψήφο του.
Από τη στιγμή που αυτομάτως θα αναγνώριζαν ότι είναι κακοί κυβερνήτες, θα έπρεπε πειστικά να πουν γιατί είναι εκείνοι πιο ικανοί στο να επιλέξουν τον κατάλληλο κυβερνήτη. Γιατί να μην είναι και αυτή η απόφασή τους λανθασμένη; Επειδή θα έχει την προϋπόθεση της σύμφωνης γνώμης του κ. Ανδρουλάκη, στον οποίο δεν καταλογίζονται λάθη γιατί δεν έχει κυβερνήσει;
Ενα δεύτερο προβληματικό σημείο στην πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ είναι ότι αυτομάτως λειτουργεί παρεμβατικά στο εσωτερικό των άλλων κομμάτων. Το κόμμα που θα έρθει πρώτο στις εκλογές και θα συζητήσει με τον κ. Ανδρουλάκη για σχηματισμό κυβέρνησης θα πρέπει να αποδεχθεί όχι τον επικεφαλής του, αλλά κάποιον άλλον για κεφαλή της κυβέρνησης. Εάν αυτό το τρίτο πρόσωπο προέρχεται από τις τάξεις του πρώτου κόμματος, δεν δρομολογούνται με έναν τρόπο διαδικασίες αλλαγής της κομματικής ηγεσίας; Εάν προέρχεται από άλλον πολιτικό χώρο, πόσο εύκολο θα είναι να επιβληθεί στην πλειοψηφία των βουλευτών και να εξασφαλίσει ότι όσα ως πρωθυπουργός σχεδιάζει και επιθυμεί να υλοποιήσει θα τύχουν της ανάλογης στήριξης στη Βουλή;
Πόσο εύκολο θα είναι η ηγεσία του πρώτου κόμματος να διατηρήσει την «κομματική γραμμή» και τη στήριξη σε έναν τρίτο όταν η αναγνώριση της ανωτερότητάς του από τον κομματικό επικεφαλής θα συνιστά αυτοδικαίως υπονόμευση της δικής του θέσης στην κομματική ιεραρχία; Με άλλα λόγια, γιατί οι βουλευτές να ακολουθήσουν μια ηγεσία που στην αφετηρία της κυβερνητικής θητείας θα ξεκινάει με την παραδοχή «υπάρχει άλλος, πιο κατάλληλος από εμένα και θα πρέπει να τον στηρίξουμε»;
Και, βεβαίως, η επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος σε μεγάλο βαθμό προϋποθέτει ότι «αυτός ο άλλος», ο «άγνωστος Χ», θα καταφέρει να διοικεί αποτελεσματικά τη χώρα κινούμενος διαρκώς πάνω σε γραμμές λεπτών ισορροπιών. Χωρίς να έχει απευθείας έγκριση των βουλευτών, κάτι που δεν ισχύει για την κομματική ηγεσία, από την ψήφο των οποίων, ωστόσο, εξαρτάται η θητεία του. Και σε διαρκείς συνεννοήσεις με τους κομματικούς επικεφαλής που τον επέλεξαν, οι οποίοι θα πρέπει να τιθασεύσουν τον πειρασμό να τον καπελώνουν σε κάθε ευκαιρία.

