Διάρκεια ανάγνωσης: 2΄

2' 13" χρόνος ανάγνωσης

Σπάνια με μελαγχολεί μια σημείωση σε δημοσιευμένο κείμενο όσο αυτή: «διάρκεια ανάγνωσης 4΄» ή «5΄» ή –σπανιότερα– «10΄».

Είναι η σημείωση που όλο και πιο συχνά συνοδεύει τελευταία δημοσιογραφικά κείμενα –ρεπορτάζ, έρευνα, συνέντευξη ή άρθρο, δεν έχει σημασία–, τοποθετημένη πάντοτε ψηλά, προτού αρχίσει η ανάγνωση. Για να γνωρίζεις, ως αναγνώστης, πόσο χρόνο θα χάσεις.

Ιδού ένα νέο δεδομένο, λοιπόν: η ανάγνωση λογίζεται σχεδόν εξ ορισμού ως χαμένος χρόνος. Αν ξέρεις εκ των προτέρων πόσο θα διαρκέσει, θα συμβιβαστείς με αυτόν τον χαμένο χρόνο –των τεσσάρων ή και των δέκα λεπτών!– ή θα πας παρακάτω απορρίπτοντας το κείμενο που δεν έχεις καν αρχίσει να διαβάζεις.

Η μελαγχολία εδώ έγκειται σε δύο παραμέτρους: η πρώτη έχει να κάνει με την ίδια τη γραφή και την ανάγνωση. Δηλαδή: με την αναγραφή αυτή το έντυπο ή η ιστοσελίδα ή ο αρχισυντάκτης κ.ο.κ. προβαίνει σε μια σιωπηρή παραδοχή ήττας: αυτή ή αυτός που έγραψε το κείμενο έχασε τον χρόνο του και το ίδιο θα συμβεί και σε σένα, αναγνώστη. Τουλάχιστον, να ξέρεις πόσα λεπτά θα χάσεις από τον υπερπολύτιμο χρόνο σου.

Από την –μακρινή πια– εποχή που οι εφημερίδες προσέφεραν διαμερίσματα, κουπόνια βενζίνης ή σούπερ μάρκετ και ό,τι άλλο, ξεκίνησε η παραδοχή έκπτωσης του ίδιου του προϊόντος που παράγει ο εκδότης, ο δημοσιογράφος: ως εφημερίδα ξέρουμε πως από μόνη της δεν αξίζει τα χρήματα που δίνεις, οπότε σου προσφέρουμε, για να σε δελεάσουμε, ένα κουπόνι για να κάνεις τα ψώνια σου. Κάτι δηλαδή που ουδεμία σχέση έχει με το περιεχόμενο μιας εφημερίδας.

Πλέον, στην εποχή των ιστότοπων και των ιστοσελίδων, το δέλεαρ είναι ο χρόνος: σου λένε, εμμέσως, πως θα διαβάσεις κάτι τρομερά σοφό, και μάλιστα ανώδυνο, μέσα σε τέσσερα ή πέντε ή δέκα λεπτά. Το θέμα είναι ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει τίποτα το «σοφό» που να εξαντλείται μέσα σε πέντε ή δέκα λεπτά ως ανάγνωση. Και δεν μπορεί ποτέ να είναι ανώδυνο. Αυτό θυμίζει τις διαφημίσεις των τηλεμάρκετινγκ για ακίνητη, ανώδυνη γυμναστική που κρατάει τρία λεπτά την ημέρα και σε ένα μήνα θα έχεις κοιλιακούς «φέτες». Δεν είναι μόνον απάτη· είναι και αυταπάτη.

Η μελαγχολία έγκειται και σε κάτι ακόμα, γενικότερο: εφόσον έχουμε φτάσει στο σημείο να τσιγκουνευόμαστε ακόμα και το τετράλεπτο ή το επτάλεπτο, οι ζωές μας έχουν προφανώς καταντήσει κάτι αφόρητα πνιγηρό. Και δεν το υποψιαζόμαστε καν μάλλον. Είμαστε σαν τους λαγούς που τρέχουμε πίσω από ένα (ανύπαρκτο) καρότο. Κάπως έτσι η μεγάλη εικόνα των πραγμάτων (της χώρας, του πλανήτη, της ύπαρξης, του εαυτού) πάει περίπατο. Και αυτό λογίζεται πλέον σαν κανονικότητα.

Η πρωταρχική έννοια της πληροφορίας ήταν ότι το πρόσωπο που την κατέχει «φέρει την πληρότητα». Εδώ όμως, πια, μιλάμε μόνον για έλλειψη, για έλλειμμα και, το χειρότερο, για μια εξουθενωτική αγωνία χωρίς τέλος.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT