Ο κινηματογραφικός κόσμος του Σταύρου Ψυλλάκη κατοικείται από δεκάδες ανθρώπους. Μια μικρή πόλη, θα λέγαμε. Ο πληθυσμός της αυξάνεται κάθε τόσο, όχι μόνο γιατί προστίθεται ένα ακόμη έργο στην πλούσια φιλμογραφία του, αλλά γιατί η ψυχική χαρτογράφηση των προσώπων πολλαπλασιάζει το καθένα σε πολλά. Ο κάθε θεατής βρίσκει τις αναφορές του, τον δικό του «ήρωα», τις δικές του αλήθειες.
Το 25ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (2-12 Μαρτίου) τιμά τον Σταύρο Ψυλλάκη με Χρυσό Αλέξανδρο για την προσφορά του, προβάλλοντας παράλληλα 10 από τις περίπου 40 ταινίες του. Ο ίδιος αντιμετωπίζει το αφιέρωμα ως «μια μάζωξη» με καλεσμένους τα πρόσωπα που συνάντησε και ακολούθησε / παρατήρησε / κατέγραψε με την κάμερα. «Μια μάζωξη αφορμή για ένα ταξίδι στη γεωγραφία των ασυνείδητων, εν πολλοίς, εμμονών μου, μια προσπάθεια, ουσιαστικά, αυτογνωσίας». Και θυμίζει τον στίχο του ποιητή Αργύρη Χιόνη: «ό,τι περιγράφω, με περιγράφει». Γιατί, όπως λέει, «όσο δημιούργησα κάποιες ταινίες άλλο τόσο με δημιούργησαν κι αυτές».
Σπουδαία η τέχνη του ντοκιμαντέρ. Πλουτίζει τον χρόνο και τη ζωή μας, συμπυκνώνοντας ιστορίες με τις οποίες δεν θα συναντιόμασταν ποτέ. Σε κάποιες σκαλώνουμε γιατί μας συγκινούν ή μας αναστατώνουν, άλλες τις προσπερνάμε. Κάθε «πορτρέτο» τόπου, συνθήκης, χαρακτήρα είναι ένα ταξίδι χωρίς κατάληξη, αν και σε μερικές περιπτώσεις ο θάνατος ακολουθεί βήμα βήμα τη διαδρομή. Οπως στο ντοκιμαντέρ «Μεταξά, ακούγοντας το χρόνο» (2012), με αφετηρία γιατρούς και προσωπικό του αντικαρκινικού νοσοκομείου Μεταξά που πάσχουν οι ίδιοι από καρκίνο. Κάποιοι δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή. Αλλά παρακολουθούμε το υποθηκευμένο μέλλον τους να μεταμορφώνεται από θρήνος σε κατάφαση στη ζωή, σοφία στη διαχείριση του χρόνου. Η συμβίωση με τον καρκίνο, αυτόν τον προσωπικό εμφύλιο, αφού αυτός που σε πολεμά είναι «ο ίδιος ο εαυτός σου», το σώμα σου, είναι όπως η συνύπαρξη με έναν αδυσώπητο αλλά όχι αήττητο εσωτερικό εχθρό. Οπως λέει ο Γιώργος, ο γιατρός: «Μικροπράγματα της καθημερινότητας φτιάχνουν τη χαρά. Ενα καλό φαγάκι, μια καλή κουβέντα μ’ ένα φίλο, κάποιες ωραίες διακοπές. (…) Ετσι δεν είναι; Ψήγματα παίρνεις από δω, ψήγματα από κει και φτιάχνεις κάτι».
Υιοθετεί τη φράση ενός ήρωα από ντοκιμαντέρ του: «Κάθε φορά, λέμε την αλήθεια που μπορούμε να πούμε». Και την ακολουθεί.
Ενα «κάτι» είναι και η δημιουργία μιας ταινίας. «Δεν κάνουν τα θέματα τις ταινίες σημαντικές, αλλά ο τρόπος που θα τα προσεγγίσουμε, θα τα φωτίσουμε και θα μιλήσουμε γι’ αυτά», σημειώνει ο σκηνοθέτης. «Η αύρα που τελικά θα εκπέμπει το έργο. Δεν πιστεύω στα μηνύματα και στις διδαχές και δεν είναι το κίνητρό μου για να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ».
Το μόνο «κίνητρο» που διαφαίνεται –κι αυτό διατρέχει ίσως όλες τις ταινίες τεκμηρίωσης– είναι να αποσπαστεί το όποιο θέμα από τη λήθη. Να παραμείνει, είτε στην οθόνη, είτε στα αρχεία, είτε, πλέον, στο Διαδίκτυο, ως το αποδεικτικό στοιχείο ότι υπήρξε. Οτι υπήρξαν, είτε είναι ακόμη ζώντες είτε τεθνεώτες, ο Γιώργος Μανιάτης («Για χωρίς λόγους», 2019), ο Αλέκος Ζούκας («Οφειλή», 2021), οι οκτώ παράνομοι και επικηρυγμένοι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού που κρύβονταν για 14 χρόνια σε απόκρημνες σπηλιές, σε καταφύγια, σε δύσβατα μέρη του Νομού Χανίων («Αλλος δρόμος δεν υπήρχε», 2009), η Ολυμπία (2015), η Αθανασία, ο Θόδωρος, ο Γιώργος, η Χρυσούλα («Μικρές ιστορίες Ρομά», 2014) και πολλοί ακόμη ήρωες (χωρίς εισαγωγικά) της ζωής, στην έκταση που τους αναλογούσε. Είναι ίσως αυτό που λέει στο ντοκιμαντέρ «Το μέσα φως» (2016) ο Γ. Μαρκάκης, οφθαλμίατρος και ιδρυτής του μουσείου «Λυχνοστάτης» στη Χερσόνησο Κρήτης: «Το κάθε πράγμα στον κόσμο ετούτο αξίζει τόσο όσο το αγάπησες».
Ο γεννημένος στα Χανιά, το 1954, Σταύρος Ψυλλάκης, με σπουδές στο ΕΜΠ (ηλεκτρολόγος – μηχανολόγος) και στη συνέχεια στον κινηματογράφο στην Ελλάδα και στο Παρίσι, υιοθετεί μια φράση ήρωά του, που του είπε χαμηλόφωνα, εκτός κάμερας: «Κάθε φορά, λέμε την αλήθεια που μπορούμε να πούμε». Και την ακολουθεί. Αυτή είναι, ίσως, η δική του «οφειλή».

