Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές θα έχουν νικητές και χαμένους. Ειδικά όμως όσον αφορά τους απόδημους Ελληνες και την ψήφο από τον τόπο κατοικίας τους, κανείς δεν θα είναι κερδισμένος. Με τα μέχρι τώρα στοιχεία, ελάχιστοι είναι οι Ελληνες του εξωτερικού που θα ψηφίσουν από τον τόπο κατοικίας τους.
Ο λόγος έγκειται στη συνταγματική αναθεώρηση του 2019, η οποία, αντί να διευκολύνει την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, όρισε στο άρθρο 51 παρ. 4 ότι με νόμο «μπορεί να τίθενται προϋποθέσεις στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στον τόπο διαμονής τους από τους εκλογείς που κατοικούν έξω από την επικράτεια, όπως πραγματικός δεσμός με τη χώρα, αυτοπρόσωπη παρουσία σε εκλογικό τμήμα, χρόνος απουσίας από τη χώρα ή παρουσία στη χώρα για ορισμένο χρόνο στο παρελθόν». Ακολούθησε ο ν. 4648/2019, ο οποίος στο άρθρο 2 προέβλεψε ότι «απαραίτητη προϋπόθεση για την εγγραφή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους ψηφοφόρων εξωτερικού είναι οι εκλογείς να συγκεντρώνουν σωρευτικά τα παρακάτω κριτήρια: α) να έχουν διαμείνει συνολικά δύο (2) έτη εντός της ελληνικής επικράτειας κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριάντα πέντε (35) ετών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης εγγραφής, β) να έχουν υποβάλει φορολογική δήλωση κατά το τρέχον ή το προηγούμενο φορολογικό έτος».
Υστερα από όλα αυτά, δεν είναι να απορεί κανείς για ποιoν λόγο μόλις μερικές χιλιάδες Ελλήνων του εξωτερικού ενεγράφησαν στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους για να ψηφίσουν από τον τόπο κατοικίας τους. Ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος πρότεινε πρόσφατα να διευρυνθεί ο κατάλογος με όσους γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Η πρόταση αυτή έχει το θετικό ότι διευρύνει τον αριθμό των Ελλήνων που μπορούν να ψηφίσουν από το εξωτερικό. Ωστόσο, η πρόταση αυτή εξαρτά τη διευκόλυνση του δικαιώματος του εκλέγειν από το τυχαίο γεγονός εάν κάποιος γεννήθηκε ή όχι στην Ελλάδα.
Ας είμαστε επομένως ειλικρινείς. Το νέο άρθρο 51 παρ. 4 Συντ. και ο ν. 4648/2019 δεν πέτυχαν και πρέπει να αλλάξουν. Οποιος έχει την ιδιότητα του πολίτη απολαμβάνει όλα τα πολιτικά δικαιώματα. Η κατηγοριοποίηση των πολιτών ανάμεσα σε αυτούς που ενδιαφέρονται περισσότερο και σε αυτούς που ενδιαφέρονται λιγότερο για την πατρίδα τους, ανάλογα με τον χρόνο διαμονής τους στην Ελλάδα ή ανάλογα με το εάν υποβάλλουν φορολογική δήλωση, συνιστά μια εσφαλμένη και, όπως αποδείχθηκε, ανεπιτυχή προσέγγιση. Εάν θεωρούμε ότι κάποιος δεν μπορεί να έχει λόγο στις πολιτικές τύχες του τόπου, ας μην έχει την ελληνική ιθαγένεια. Οσο όμως έχει την ελληνική ιθαγένεια, πρέπει να απολαύει όλων των πολιτικών δικαιωμάτων και να διευκολύνεται στην άσκησή τους. Ιδίως στη σημερινή εποχή, όπου με το Διαδίκτυο οι Ελληνες του εξωτερικού ενημερώνονται για την ελληνική πολιτική ζωή, όπως ακριβώς και οι Ελληνες που ζουν εδώ. Για όλους αυτούς τους λόγους, ας διευκολύνουμε πραγματικά τους συμπολίτες μας του εξωτερικού και ας αποφασίσουμε ότι δεν υπάρχουν «ξένοι» Ελληνες.
Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ.

