Aπό το Σπιρτόκουτο στη Στρέλλα

2' 56" χρόνος ανάγνωσης

Και οι δύο ταινίες, όταν προβλήθηκαν, απελευθέρωσαν μπόλικα ντεσιμπέλ είτε ηχητικά είτε ψυχικά, τροφοδότησαν την ελληνική κινηματογραφική γλώσσα με ένα καινούργιο «λεξιλόγιο». Hταν αιφνιδιαστικά διαφορετικές, εστίαζαν σε έναν κόσμο ρεαλιστικό αλλά επιμελώς ή άγαρμπα κρυμμένο. Ο Γιάννης Οικονομίδης με το «Σπιρτόκουτο» (2002) και ο Πάνος Κούτρας με τη «Στρέλλα» (2009), διασταυρώθηκαν μέσα στο 2023 με έναν απροσδόκητο τρόπο: οι ταινίες τους μεταμορφώθηκαν σε μουσικές παραστάσεις. Oπερα η «Στρέλλα» από την Εθνική Λυρική Σκηνή (Εναλλακτική), μιούζικαλ το «Σπιρτόκουτο» από τη Στέγη. Επαναδιατυπώθηκαν, μεταπλάστηκαν, με μουσικούς όρους από μια νέα ταλαντούχα γενιά καλλιτεχνών, που, χωρίς να προδώσουν το πρωτότυπο, έκαναν μια σκηνοθετική πρόταση με πνοή και οίστρο, προσεγγίζοντας την ουσία με τη δική τους ματιά. Οι μεν, τραγούδησαν «μπιτάτα» την οικογένεια στη λούμπεν μικροαστική εκδοχή της, διαρκώς εύφλεκτη, διαρκώς αδιέξοδη. Οι δε, συμπορεύτηκαν, περισσότερο, με την «ατονικότητα». Χωρίς καθορισμένο τονικό κέντρο, η σύνθεση παρέπεμπε, ορισμένες φορές, σε μια φυσική εκφορά του λόγου, φέρνοντας με τον καλύτερο τρόπο στο προσκήνιο την τρανσέξουαλ ηρωίδα που «τη λένε Στέλλα αλλά οι φίλοι της τη φωνάζουν Στρέλλα γιατί είναι λίγο “τζαζ”». Οι Γιάννης Νιάρρος – Αλέξανδρος Λιβιτσάνος στη Στέγη και Γιώργος Κουτλής – Μιχάλης Παρασκάκης στην ΕΛΣ, με «οχήματα» εξαιρετικούς συντελεστές, δημιούργησαν έναν κόσμο έκκεντρο κοινωνικά, με χιούμορ, φαντασία, τόλμη, επινοητικότητα. Oμως το σχόλιο δεν φιλοδοξεί να κρίνει τόσο το αποτέλεσμα (γι’ αυτό και δεν αναφέρονται επιμέρους ονόματα) όσο να επισημάνει την προσφορά των δύο αυτών παραστάσεων σε ένα καλλιτεχνικό γίγνεσθαι που σπάνια υπερβαίνει τη σύμβαση για να «εκτεθεί» ή να δοκιμάσει μια διαφορετική μορφή έκφρασης. Δεν σημαίνει αυτό –για να μην παρεξηγηθούμε– ότι δεν παρουσιάζονται θεατρικά επιτεύγματα στις αθηναϊκές σκηνές με πολύ κόπο, μόχθο και οικονομικές δυσκολίες. Αλλά το ακραίο και ρηξικέλευθο δύο μουσικών εκδοχών, που ρίσκαραν –γι’ αυτό και δίχασαν πολύ– συμβάλλει, τροφοδοτώντας την καλλιτεχνική δημιουργία με νέα στοιχήματα. Με προτάσεις συγκροτημένες, σκηνικά καινοτόμες, άρτια εκτελεσμένες, με ατμόσφαιρες που πυκνώνουν, δοκιμάζοντας κοινωνικά όρια και αντοχές. Η πυρηνική οικογένεια αλλάζει αν το διαμέρισμα, κάπου στον Κορυδαλλό, Αύγουστο μήνα με ζέστη, ανεμιστήρες, ανοιχτή τηλεόραση, άντρες με σωβρακοφανέλες καθισμένους σε καναπέδες, ποτήρια με φρέντο, και το «μακελειό» σε εξέλιξη, με τους ρόλους κατανεμημένους (πατέρας, μητέρα, παιδιά, συγγενείς και φίλοι/συνεργάτες), περάσει από τους εμπόλεμους διαλόγους, στη μουσική κλίμακα του μιούζικαλ; Αλλάζει το «σπιρτόκουτο», λειαίνονται οι γωνίες του, οι «τοίχοι» μετακινούνται αν ο ήχος μετατραπεί σε νότες, αποδοθεί ρυθμικά; Βρίζουν χυδαία και επαναληπτικά τα πρόσωπα του έργου, κάποιοι θεατές δυσανασχετούν, άλλοι πάλι μένουν ώς το τέλος και χειροκροτούν με ενθουσιασμό.

Το «ξάφνιασμα», που δεν εξαντλείται στην πρόκληση, είναι ήδη ένα βήμα πέρα από τα στερεότυπα.

Στην αλλόκοτη, διεμφυλική, οικογένεια της «Στρέλλας», με την ιστορία να αποκαλύπτει κάτω από τα στρας, κάτω από το ντραγκ κουίν σόου με τη μίμηση της Μαρίας Κάλλας, κάτω από τις διαφυγές και τις διαρκείς μεταμορφώσεις, παιδικούς εφιάλτες και αρχετυπικές τραγωδίες, πόσο βοηθάει η μουσική γλώσσα την άρθρωση ενός δημόσιου λόγου; Πόσο βοηθάει μια σύγχρονη όπερα, τα θέματα ορατότητας, συμπερίληψης, φύλου; Η κουίρ οπτική μιας παράστασης συμβάλλει στον προβληματισμό για τις διευρυμένες ταυτότητες; Διαπερνά τις αντιστάσεις της «πολιτικής ορθότητας» που υπαγορεύει διαρκώς τους όρους της, συρρικνώνοντας κάποιες φορές την καλλιτεχνική εμπειρία αντί να τη διευρύνει;

Τα ερωτήματα της Ελλάδας του 2002 και του 2009, δεν είναι ίδια με εκείνα του 2023. Οι θεατές έχουν δεχτεί πολλαπλάσια ερεθίσματα και οι καλλιτέχνες παλεύουν με τον διαρκή κορεσμό. Oλα καταναλώνονται με μεγάλες ταχύτητες, οι εντυπώσεις εξουδετερώνονται, οι μνήμες επαναφορτίζονται με καινούργια ερεθίσματα. Το «ξάφνιασμα», που δεν εξαντλείται στην πρόκληση, στο οποίο επιστρέφει κανείς για να σκεφτεί και να συγκρίνει, είναι ήδη ένα βήμα πέρα από τα στερεότυπα. Πέρα από την κόπωση της –έστω και άρτιας– επανάληψης.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT