«Επεσε στα μαλακά», «τον άφησαν να πάει σπίτι του», «τη γλίτωσε». Ηταν πολλά τα σχόλια στο άκουσμα της απόφασης για τον Πέτρο Φιλιππίδη που κινήθηκαν στο πνεύμα ότι έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης. Εχει ενδιαφέρον να συζητήσουμε αν πράγματι είναι έτσι. Ο Φιλιππίδης άκουσε τη λέξη «ένοχος» δύο φορές. Μία για κάθε απόπειρα βιασμού. Στην κατάμεστη, προχθές, δικαστική αίθουσα του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας γράφτηκε ο επίλογος της πρωτοβάθμιας δίκης του γνωστού ηθοποιού.
Υστερα από έντεκα μήνες και περίπου σαράντα συνεδριάσεις καταδικάστηκε ομόφωνα σε οκτώ χρόνια κάθειρξη για τις δύο απόπειρες βιασμού και επίσης ομόφωνα κρίθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών για τον βιασμό. Μέχρι την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό, αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, κρίνοντας το δικαστήριο ότι δεν υπάρχει ο κίνδυνος τέλεσης των ίδιων αδικημάτων. Επίσης δεν του αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά. «Το ότι ο κατηγορούμενος διαθέτει λευκό ποινικό μητρώο δεν οδηγεί στην άνευ εταίρου αναγνώριση του ελαφρυντικού. Υπήρξαν καταγγελίες που δείχνουν ότι οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε δεν ήταν “παραφωνία” στη ζωή του», σημείωσε η εισαγγελική λειτουργός.
Ολο αυτό το διάστημα από τη στιγμή που οι καταγγέλλουσες βρήκαν το θάρρος να μιλήσουν ανοιχτά για όσα βίωσαν, γνωρίζοντας τον επώδυνο δρόμο που έχουν να διανύσουν σε κοινή θέα, ο Φιλιππίδης αποσύρθηκε όχι μόνο από το θέατρο και την τηλεόραση, αλλά γενικότερα από τη δημόσια ζωή, απαξιώθηκε στα μάτια του κοινού που πριν γίνουν γνωστά όλα αυτά γέμιζε τα θέατρα και τον καταχειροκροτούσε, αποκαθηλώθηκε με κρότο από το βάθρο του λαοπρόβλητου σταρ.
Είναι και αυτή μια τιμωρία, άλλη μια «ποινή» που έρχεται να προστεθεί στην καταδίκη από το δικαστήριο. Και όμως, για κάποιους δεν είναι αρκετά όλα αυτά. Η εξήγηση είναι απλή. Εντοπίζεται στις γνωστές εδώ και πολλά χρόνια παθογένειες του κράτους που δεν λένε να σπάσουν. Στους προβληματικούς θεσμούς, στην εκτεταμένη διαφθορά και στη φοροδιαφυγή, στην προκλητική, συχνά, ατιμωρησία. Ο κοινωνικός θυμός που παρατηρούμε γύρω εν μέρει καλλιεργείται από τη δυσλειτουργία των θεσμών. Η δίψα για εκδίκηση παραμένει, οι πολίτες που δεν ικανοποιούνται με τις ποινές που απονέμονται και ζητούν περισσότερο «αίμα» στην αρένα εμφανίζονται διαρκώς απογοητευμένοι από το κράτος δικαίου και γι’ αυτό βλέπουν απονομή δικαιοσύνης μόνον όταν κάποιος σαπίζει στη φυλακή.
Αν θέλουμε, όμως, να κάνουμε μια ψύχραιμη αποτίμηση της υπόθεσης Φιλιππίδη, πρέπει να κρατήσουμε δύο πράγματα: την ενοχή του σε πρώτο βαθμό για τις δύο απόπειρες βιασμού. Και το πιο σημαντικό, ότι οι γυναίκες σπάνε τη σιωπή τους πιο εύκολα, μοιράζονται το τραύμα και τον πόνο, διεκδικούν δικαιοσύνη. Οι εποχές αλλάζουν.

