Στις δημοκρατίες, η βούληση των πολιτών, όπως προκύπτει από το εκλογικό αποτέλεσμα, είναι σεβαστή. Αν εκ των υστέρων αποδειχθεί σωστή ή λάθος, είναι ζήτημα πολιτικής εκτίμησης. Ανάλογα με το τι ψήφισε ο καθένας, κρίνει και τη στάση της πλειοψηφίας. Θυμάμαι, μετά τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, όταν οι πολίτες έδωσαν στον Κωνσταντίνο Καραμανλή το απλησίαστο 54,37%, σύμπασα η Αριστερά, ανανεωτική και δογματική, κραύγαζε στις πορείες «λαέ, ντροπή σου για την εκλογή σου». Είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις που σχεδόν ομόφωνα ένα εκλογικό αποτέλεσμα, μετά μια αδιάβλητη διαδικασία, θεωρήθηκε καταστροφικό για το πολίτευμα και τη χώρα, όπως θεωρείται το εκλογικό αποτέλεσμα που έδωσε τη νίκη στο ναζιστικό κόμμα στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933. Αποτελεί παράδειγμα πώς οι θεσμοί του δημοκρατικού πολιτεύματος μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την κατάλυσή του, από δυνάμεις που μισούν τον κοινοβουλευτισμό. Αλλά αυτό το ρίσκο είναι και το μεγαλείο της δημοκρατίας. Δίνει χώρο και φωνή και σε αυτούς που αγωνίζονται να την ανατρέψουν και, τελικά, οι πολίτες αποφασίζουν.
Στις δημοκρατίες, το λάθος διορθώνεται στις επόμενες εκλογές και γι’ αυτό λέμε πως ένας από τους λόγους που το συγκεκριμένο πολίτευμα θεωρείται το πιο λειτουργικό και το πιο ανθεκτικό είναι πως διαθέτει πολλές δικλίδες ασφαλείας που το προστατεύουν από εκτροπές και κάθε είδους ακρότητες. Παλαιότερα αντιμετωπίζαμε τους λεγόμενους «κοψοχέρηδες» –αυτούς που μετάνιωναν για την ψήφο τους– με σκωπτική διάθεση. Και όμως, η μεταστροφή του φρονήματος αποτελεί κυτταρικό στοιχείο του δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς διαμορφώνει το εκλογικό αποτέλεσμα. Σημειωτέον, η λέξη «κοψοχέρης» ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και όπλο προπαγάνδας στη γεμάτη πολιτικό πάθος δεκαετία του 1980.
Υπάρχουν και περιπτώσεις, όπως η Ουγγαρία του Ορμπαν. Εκεί ένα σταθερό, πλειοψηφικό ποσοστό, σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, επικροτεί ένα μοντέλο πολιτεύματος που έχει τα χαρακτηριστικά του αυταρχισμού, χωρίς όμως να έχει ακυρώσει τις βασικές δημοκρατικές αρχές. Η πλειοψηφία δεν έχει παρασυρθεί, δεν έχει εξαπατηθεί, γνωρίζει τι ψηφίζει. Η εξαπάτηση, αν κρίνω από το τι συνέβη στην Ελλάδα το 2015, είναι ένα σύνηθες δυστύχημα στα δημοκρατικά πολιτεύματα, αλλά δεν αντέχει στη διάρκεια. Οταν εκλείψουν οι δεδομένες συνθήκες, αποκαλύπτεται και τιμωρείται.

