Στον αριθμό 49 της Ιωνος Δραγούμη, στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται η λουκουμοποιία της οικογένειας Παπαδοπούλου, που έφερε μαζί της από τον Πόντο τη συνταγή για παραδοσιακό ανατολίτικο λουκούμι· η πρώτη «καζανιά» μπήκε το 1948. Λίγο πιο κάτω, στο 37, ο περιπατητής θα συναντήσει τη βιοτεχνία κλωστών και νημάτων «Λέανδρος Βασίλογου», από τις παλαιότερες στην Ελλάδα (1930). Και αν συνεχίσει προς την παραλιακή λεωφόρο Νίκης, θα δει στα αριστερά του ένα ταπεινό δρομάκι, την οδό Παπαδοπούλου. Εκεί, σ’ ένα διώροφο με πολλές «πληγές» από τον χρόνο, στεγάζεται η βιοτεχνία καπέλων «Αμαζόνα». Ιδρύθηκε από τον Παύλο Χατζηαδάμ. Οι γονείς του είχαν έρθει από την Αδριανούπολη, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Εκείνος κατάφερε το 1960 να ανοίξει σε αυτή τη γωνιά της πόλης ένα μικρό εργαστήριο που αγαπήθηκε πολύ από τους Θεσσαλονικείς. Οι τραγιάσκες (κλασικές, τύπου Τρούμαν, τύπου Αγγλίας ή οκτάφυλλες), οι μπερέδες, τα καβουράκια, τα τζόκεϊ, τα ναυτικά καπέλα, ακόμη και τα σομπρέρο της «Αμαζόνας» –χειροποίητα όλα– σκέπασαν εκατοντάδες χιλιάδες κεφάλια στην πόλη. Την τέχνη της πιλοποιίας τη δίδαξε στους γιους του Βασίλη, Μιχάλη και Τάσο.
Πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε και άλλαξε η Θεσσαλονίκη, μεγάλωσαν και οι αδελφοί Χατζηαδάμ. Οι δύο έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί. Ο Τάσος, ο μικρότερος, μετράει κι αυτός μήνες για να βγει στη σύνταξη. «Από τα δεκαπέντε μου “κολλάω” ένσημα. Κουράστηκα», λέει. Και τι θ’ απογίνει η «Αμαζόνα»; Απαντά με δύο λέξεις: «Θα κλείσει». Μα, καλά, δεν υπάρχει επόμενη γενιά; Δεν μπορεί να βρεθεί κάποιος τρόπος να συνεχίσει να λειτουργεί η επιχείρηση; «Δυστυχώς όχι. Ολα είναι δύσκολα πια. Και το κόστος δυσβάσταχτο. Οι ραπτομηχανές μας είναι ειδικές και πανάκριβες, τα καλούπια που χρησιμοποιούμε επίσης. Ο ανταγωνισμός από τα ετοιματζίδικα έχει γίνει ανελέητος. Και τα παιδιά μας έχουν τραβήξει διαφορετικούς δρόμους. Η μοναχοκόρη μου σπούδασε Οικονομικά και τώρα φοιτά στη Σχολή Πιλότων της Καβάλας. Το μέλλον της, όπως και των ανιψιών μου, δεν είναι στα καπέλα…».
Δεν ξέρω αν έχουν συνειδητοποιήσει οι πόλεις μας τον πλούτο των μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων. Ή αν οι τοπικές αρχές έχουν τη θέληση και δυνατότητα να τον αξιοποιήσουν με κάποιον τρόπο. Ξέρω, όμως, ότι η «Αμαζόνα» σε λίγο καιρό θα περάσει οριστικά και αμετάκλητα στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, μαζί με χιλιάδες άλλες μικρές οικοτεχνίες/βιοτεχνίες στη χώρα μας που, απλώς, δεν άντεξαν. Και είναι κρίμα…

