«Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;», τη ρώτησαν οι δημοσιογράφοι. «Επιτέλους, θα μπορέσω να παντρευτώ τον αρραβωνιαστικό μου και θα αφιερώσω χρόνο στην κόρη μου», απάντησε εκείνη. Η Τζασίντα Αρντερν ανέλαβε την πρωθυπουργία της Νέας Ζηλανδίας τον Οκτώβριο του 2017 κάνοντας όλο τον πλανήτη να ασχοληθεί μαζί της. Λογικό. Ηταν η νεότερη παγκοσμίως στο αξίωμα, μόλις 37 ετών.
Ωστόσο, πέντε χρόνια μετά, προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο ξάφνιασμα σε ολόκληρο τον κόσμο, ανακοινώνοντας ότι θα εγκαταλείψει το αξίωμα καθώς κουράστηκε. «Δεν διαθέτω πλέον την ενέργεια που απαιτείται για τη συγκεκριμένη θέση», ήταν τα λόγια της.
Προσπαθώ να σκεφτώ μια περίπτωση πρωθυπουργού, αξιωματούχου σε τόση υψηλή θέση, οπουδήποτε στον κόσμο, που να είπε ότι αποχωρεί επειδή κουράστηκε· που να παραδέχθηκε ότι δεν έχει τη δύναμη να συνεχίσει να υπηρετεί τη χώρα του· που να ομολόγησε ότι οι «δεξαμενές» του έχουν αδειάσει, δεν έχει άλλο καύσιμο γι’ αυτό που χρειάζεται η θέση.
Η αλήθεια είναι πως σχεδόν τίποτα δεν ήταν συνηθισμένο στη μέχρι τώρα πορεία της χαρισματικής πολιτικού, η οποία βρέθηκε αναπάντεχα στο τιμόνι της χώρας της και αντιμετώπισε αρκετές δύσκολες καταστάσεις (αναλυτικό ρεπορτάζ στη σελ. 3 της σημερινής «Κ»). Αλλά μισό λεπτό. Εδώ υπάρχει μια στρεβλή αντίληψη. Συνηθισμένο με ποια κριτήρια; Ολων εκείνων που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας και προσπαθούν με νύχια και με δόντια να παραμείνουν σε αυτές αντιμετωπίζοντας το κράτος σαν προσωπικό τους λάφυρο; Ολων όσοι βυθίζονται στην υπεροψία και στη μέθη της εξουσίας τους;
Δεν πρέπει να μας προκαλεί εντύπωση η Αρντερν. Τα δάκρυά της, η αγκαλιά που έκανε στον σύντροφό της όταν τελείωσε η συνέντευξη Τύπου, οι λέξεις που επέλεξε για να περιγράψει πώς νιώθει και τι επιθυμεί από δω και πέρα στη ζωή της, ήταν όλα κανονικά, όλα ανθρώπινα. Κάθισε πέντε χρόνια στην εξουσία, είδε πώς είναι να κυβερνάς και τι εφόδια χρειάζεσαι για να μπορέσεις να αντεπεξέλθεις, προβληματίστηκε για τη συνέχεια, αποφάσισε τελικά να σταματήσει. Τόσο απλά. Και το σημαντικότερο, κατάφερε, όπως φαίνεται, να παραμείνει ένας κανονικός άνθρωπος, με αντοχές και όρια, με ρωγμές και αδυναμίες, με ενσυναίσθηση για τους άλλους, αλλά και σε επαφή με το δικό της συναίσθημα και τις προσωπικές της ανάγκες.
Εχουμε συνηθίσει τόσο πολύ την εξουσία ως αγιάτρευτη νόσο, που απορούμε και θαυμάζουμε υπερβολικά μια 42χρονη γυναίκα η οποία έχει το σθένος να πει: «Αρκετά. Ως εδώ ήταν». Τελικά, ποιους θέλουμε να μας κυβερνούν; Ατσαλάκωτους ηγέτες, «προϊόντα» επικοινωνιολόγων, ή κανονικούς ανθρώπους με αντοχές και όρια;

