Σε κάθε στάση του τρένου, από το Λονδίνο στο Λίβερπουλ, άλλαζε και η σύνθεση των επιβατών. Οσο ταξιδεύαμε προς τον Βορρά, τόσο γινόταν εμφανές ότι οι νεοεισερχόμενοι ήταν όλο και πιο στριμωγμένοι οικονομικά. Αλλαζε η προφορά, η αισθητική, η κίνηση του σώματος. Στο Crewe επιβιβάστηκε, εισέβαλε για την ακρίβεια, μια παρέα εφήβων, 18άρηδων το πολύ, που παρότι ήταν 12.30 το πρωί βρίσκονταν ήδη σε εορταστική ευθυμία, κρατώντας μπουκάλια μπίρας στα χέρια τους. Παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Στο Λίβερπουλ, το πρώτο που σε υποδέχεται είναι το κρώξιμο των γλάρων. Υγρασία, κρύο και το χαρακτηριστικό κόκκινο τούβλο των κτιρίων. Σε κυκλώνει η ατμόσφαιρα του Peaky Blinders, αλλά και η μελαγχολική αχλύ του ντοκιμαντέρ του Τέρενς Ντέιβις «Of time and the city» («Για τον χρόνο και την πόλη»). Με αυτόν τον σκηνοθέτη οδηγό και σιγομουρμουρίζοντας το «Penny Lane» (όχι, δεν έκανα ταξίδι-σπονδή στους Μπιτλς), ξεκίνησα το σύντομο οδοιπορικό μου στην πόλη. Στο παρελθόν και στο παρόν της. Στη ναυτική ιστορία της, στο δουλεμπόριο, στις αποβάθρες, στις αποθήκες, στη μουσική παράδοση, στην αρχιτεκτονική, στο ποδόσφαιρο. Οι τοίχοι με τα γκράφιτι (από τα πιο δημοφιλή, εκτός από τα «Σκαθάρια», το πορτρέτο του Γιούργκεν Κλοπ – κανείς δεν φεύγει από την πόλη χωρίς να φωτογραφηθεί μαζί τους), το Royal Albert Dock, από τα ωραιότερα σημεία του Λίβερπουλ, με τα κτίρια των μουσείων. Στην Tate Liverpool αυτήν την περίοδο εκτίθενται, εκτός από τα έργα των τεσσάρων υποψηφίων για το βραβείο Τέρνερ 2022 (το απέσπασε η αμφιλεγόμενη εγκατάσταση της Βερόνικα Ράιαν), πίνακες του Ουίλιαμ (Τζόζεφ Μάλορντ) Τέρνερ, από τους μεγαλύτερους Αγγλους τοπιογράφους του 19ου αιώνα, σε «συνεργασία» με τον σύγχρονο παραγωγό ηλεκτρονικής μουσικής Λαμίν Φοφανά, ο οποίος μεγάλωσε στη Σιέρα Λεόνε και στη Γουινέα πριν μετακομίσει στις ΗΠΑ. Τρεις ηχητικές εγκαταστάσεις του προσθέτουν στις αισθήσεις μια νέα εμπειρία. Η θάλασσα του Τέρνερ στις ποικίλες εκφάνσεις της «μεταφρασμένη» σε ήχους που μετεωρίζονται, αναβαπτίζονται και ανασυντίθενται. Πότε κυματισμός, πότε ελαφρώς ρυθμικός συριγμός, δύσκολο να πεις. Υπάρχει κάτι ανάλαφρο στον χώρο, μια έλλειψη βαρύτητας. Είναι η αίσθηση που έχεις πάντα με τα έργα του Τέρνερ: εκπέμπουν διαφάνεια. Πώς αλλιώς να περιγράψεις αυτή τη διάλυση της φόρμας σε χρώμα και φως, τη «μορφοποίηση» του τοπίου μέσα από τις ατμοσφαιρικές μεταβολές; Τα «Σκοτεινά νερά» της έκθεσης στην Τέιτ, πότε απειλητικά, πότε απλώς απέραντα, αναδίνουν φόβο, έκσταση, γαλήνη, αποδίδοντας μοναδικά «that real sea feeling».
Hταν σαν να επιβιβάστηκα στο εορταστικό, φωταγωγημένο «κίτρινο υποβρύχιο», στην είσοδο του μουσείου για τους Μπιτλς.
Αυτή τη φορά, όμως, περιπλανώμενη στα γνώριμα έργα –και πολλά σχέδια– του Τέρνερ, το βλέμμα δεν πειθαρχούσε. Το παράθυρο της Τέιτ που είναι «ανοιχτό» στην αποβάθρα, στη θάλασσα, στους γλάρους, καλεί στο δικό του ταξίδι. Συνέχεια των ανεξιχνίαστων διαδρομών του Βρετανού ζωγράφου, συνέχεια της διαρκούς μετακίνησης/μετανάστευσης, που αφηγείται το ηχητικό τοπίο του Φοφανά, συνέχεια της χαμηλής «πτήσης» πάνω από τις στέγες και στους δρόμους του Λίβερπουλ, εκείνου του, μεγάλου, μέρους της πόλης που είναι στραμμένο προς τη θάλασσα. Σε αυτήν την ασυνήθιστη συμπόρευση προσθέτει τη δική της οπτική η αρχιτέκτων Κατερίνα Αντωνοπούλου, που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ. Μιλάει για τον «επαναπροσδιορισμό της σχέσης της πόλης με το νερό». Για τον τρόπο που κατευθύνει τους φοιτητές να «δουν» το παρελθόν, το παρόν με τα οξυμένα κοινωνικά προβλήματα («η βόρεια Αγγλία είναι μια φτωχή περιοχή με πολλές παθογένειες, μεγάλα ποσοστά ανθρώπων που ζουν με επιδόματα, συμμορίες εφήβων με παραβατική συμπεριφορά»), το μέλλον. Εκθέτει το «δικό της» Λίβερπουλ, εμπλέκοντας την ιστορία του, τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί (όχι πάντα προς το καλύτερο), τις ελκυστικές μεταμορφώσεις του, αλλά και τις καταστροφικές «αξιοποιήσεις».
Στο Λίβερπουλ ήταν σαν να επιβιβάστηκα στο εορταστικό, φωταγωγημένο «κίτρινο υποβρύχιο», στην είσοδο του μουσείου για τους Μπιτλς. Ο μύθος βρισκόταν παντού ολόγυρα, αλλά η πραγματικότητα ήταν αυτή που καθόριζε τον ρυθμό και τους στίχους.

