Γνωστό το στερεότυπο που θέλει τους Ιάπωνες να «σκέπτονται, οργανώνουν, δουλεύουν μια ιδέα επί πέντε χρόνια και να την κάνουν πράξη σε μία ημέρα» και τους Ελληνες να κάνουν ακριβώς το αντίθετο.
Εντονες ήταν οι αντιδράσεις σε πρόσφατο Προεδρικό Διάταγμα που καταγγέλθηκε σαν μια απόπειρα απαξίωσης των ηθοποιών με «εξίσωση των τίτλων σπουδών των δραματικών σχολών με το απολυτήριο λυκείου». Το πολύπλοκο πρόβλημα δεν απλοποιείται σε λίγες γραμμές. Ο μόνος λόγος που προσέφυγα στις φιλόξενες στήλες της «Καθημερινής» είναι γιατί το πεδίο της τέχνης του θεάτρου που γεννήθηκε σε αυτόν τον τόπο μπορεί να αποτελέσει σπουδαία αφορμή να σπάσουμε το στερεότυπο περί Ιαπώνων και Ελλήνων. Ισως τα τρία παραδείγματα που ακολουθούν να φανούν χρήσιμα στον διάλογο που ορθώς ανοίγει η κυβέρνηση για το θέμα.
Πρώτο παράδειγμα: Προσπάθεια ίδρυσης Ακαδημίας Τεχνών έγινε το 2004 επί διακυβέρνησης Κώστα Καραμανλή. Συμμετείχαν σπουδαία ονόματα της τέχνης, αλλά το εγχείρημα πάγωσε διότι κάποιοι διαφωνούσαν με την ανωτατοποίηση, η οποία μπορεί να είναι λύση ή και φενάκη, εάν δεν γίνει σωστά.
Στις ΗΠΑ εκτός από τις θεατρικές σπουδές του Yale υπάρχει και το κονσερβατόριο της Stella Adler που δεν είναι μεν ανώτατη σχολή, ωστόσο έχει κύρος αντίστοιχο με του Yale. Διότι εκεί ο έλεγχος του προγράμματος σπουδών, το διδακτικό προσωπικό και η αξιολόγησή τους γίνονται με αυστηρά κριτήρια. Γνώστης του θέματος που εργάζεται χρόνια στη Νέα Υόρκη στον χώρο του θεάτρου μου είπε καθ’ υπερβολήν, αλλά όχι αναντίστοιχα με την αλήθεια, την εξής φράση: «Οταν τελειώσεις εκεί τις θεατρικές σπουδές σου για να γραφτείς στο σωματείο ηθοποιών ακολουθείς “διαδικασίες που είναι πιο σκληρές και από τους νόμους της cosa nostra”. Αξιολόγηση λοιπόν. Ακόμη και κάποιες από τις δεκάδες ιδιωτικές σχολές θεάτρου της Αθήνας μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν συνδεδεμένες με κάποιον τρόπο με ΑΕΙ, αρκεί να γίνει σοβαρός έλεγχος και αξιολόγηση. Γνωρίζουν και οι πέτρες πως σε αυτόν τον τόπο οι διαδικασίες αξιολόγησης όσο να ‘ναι προκαλούν μια κάποια αλλεργία!
Ακόμη και κάποιες από τις δεκάδες ιδιωτικές σχολές θεάτρου της Αθήνας μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν συνδεδεμένες με κάποιον τρόπο με ΑΕΙ, αρκεί να γίνει σοβαρός έλεγχος και αξιολόγηση.
Δεύτερο παράδειγμα: Το 1981 που θέλησα να σπουδάσω δημοσιογραφία, και καθώς δεν υπήρχε ακόμη σχολή πανεπιστημιακού επιπέδου, γράφτηκα στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας – μία από τις δύο ιδιωτικές σχολές που είχε τότε η Αθήνα. Λίγα χρόνια αργότερα το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Πάντειο και το Αριστοτέλειο ίδρυσαν Σχολές Επικοινωνίας και ΜΜΕ. Σοφά ο νομοθέτης προέβλεψε πως εκεί μπορούν να διδάξουν και έμπειροι επαγγελματίες δημοσιογράφοι χωρίς να διαθέτουν τους απαραίτητους ακαδημαϊκούς τίτλους. Σε όποια λύση και εάν βρεθεί λοιπόν στις θεατρικές σπουδές είναι απαραίτητος ένας συνδυασμός έμπειρων ηθοποιών και θεωρητικών της θεατρολογίας. Η υποκριτική είναι βιωματική, δεν διδάσκεται, δεν μαθαίνεται, δεν μπαίνει εύκολα σε καλούπια. Μπορεί ένας ακαδημαϊκά μέτριος φοιτητής να γίνει άριστος ηθοποιός και το αντίθετο.
Τρίτο παράδειγμα: Το 2004 ως υπουργός Επικρατείας ξεκίνησα διάλογο με τους εκδότες και δημοσιογράφους περιφερειακών Μέσων Ενημέρωσης. Ο διάλογος διήρκεσε τρία χρόνια(!). Είχα σταθερό ραντεβού με τις Ενώσεις κάθε πρώτη του μηνός, ενώ το τελευταίο εξάμηνο η συζήτηση συνεχίστηκε και μέσω Διαδικτύου, ανοιχτή σε κάθε ενδιαφερόμενο. Ηταν η πρώτη δημόσια διαβούλευση νόμου στην Ελλάδα που έγινε μέσω Ιντερνετ και με τη συμμετοχή πλέον των 1.500 επαγγελματιών από όλη την Ελλάδα. Αυτό ήταν και το μυστικό ενός νόμου που προπαρασκευάστηκε εξαντλητικά και ισχύει με μικρές τροποποιήσεις έως και σήμερα.
Ελπίζω ο διάλογος που άνοιξε η κυβέρνηση να μη γίνει βιαστικά από καμία πλευρά και φυσικά όσοι προσέλθουν σε αυτόν από τον θεατρικό, τον ακαδημαϊκό και τον πολιτικό κόσμο να είναι ρεαλιστές και ειλικρινείς. Αλλωστε ο Στανισλάφσκι ήταν ο πρώτος που είπε πως «το πιο σημαντικό στοιχείο της υποκριτικής είναι η ειλικρίνεια».
* Ο κ. Θεόδωρος Ρουσόπουλος είναι βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στον Βόρειο Τομέα της Β΄ Αθηνών και έχει σπουδάσει Ελληνικό Πολιτισμό.

