Eτος ιδεών
Οι παρατάξεις που ερμηνεύουν τις εκλογικές χρονιές ως χρονιές επικοινωνιακών μαραθωνίων, πολιτικού ανταγωνισμού, υπόγειων πολέμων και ρητορικών ευρημάτων θα φθάσουν στις εκλογές με ό,τι διαθέτουν ήδη· με το ξαναζεσταμένο φαγητό μιας τελειωμένης θητείας και με όλα εκείνα που κάνουν τα πολιτικά δρώμενα προβλέψιμα, τελετουργικά και βαρετά: καβγάδες σε τηλεοπτικά πάνελ, προσβολές, υπνωτική σκανδαλολογία, υποσχέσεις, ίσως και μερικά φυτεμένα προπαγανδιστικά άρθρα στον ξένο Tύπο υπέρ του ενός και κατά του άλλου, που κάτι τάχα μας λένε για το «διεθνές ρεζιλίκι» του τάδε και τη «διεθνή καταξίωση» του δείνα. Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται πολύ μακριά από τις ασκήσεις συντήρησης και τα τετριμμένα πυροτεχνήματα των κομμάτων. Οι εκλογείς δεν ενδιαφέρονται να ακούσουν, πόσο μάλλον να επιβραβεύσουν, πολιτικούς με τα ίδια μπαγκάζια, τις ίδιες εξυπνάδες και τις ίδιες ιδέες· οι τελευταίες, δε, είτε αποδοκιμάστηκαν είτε απέτυχαν είτε εφαρμόστηκαν την τετραετία που φεύγει – δεν υπάρχει λόγος επανάληψης. Ο χρόνος πάει μόνο μπροστά. Τα πάντα τώρα κρίνονται επί τη βάσει όσων δεν έχουμε δει ακόμη. Οι παρατάξεις που θα διεκδικήσουν φέτος την ψήφο μας οφείλουν, πριν από αυτήν, να διεκδικήσουν κάποια πρωτοτυπία.
Η βολική σύγκριση
Η Ν.Δ. έχει εγκλωβιστεί σε μία λούπα γκαφατζίδικης αυτοπεποίθησης, πονηριάς, εφησυχασμού και ατολμίας. Κατά κάποιον τρόπο έχει επινοήσει ένα δικό της ηθικό πλεονέκτημα που θεραπεύει αντανακλαστικά κάθε της ανεπάρκεια: παρά τα αντικειμενικά της σφάλματα σε τόσους τομείς (σκάνδαλο υποκλοπών, πανεπιστημιακή αστυνομία, εγκληματικότητα), έχει πείσει τον εαυτό της ότι οι ελλείψεις της αντισταθμίζονται από τις ελλείψεις του αντιπάλου. Αξιοποιώντας καταχρηστικά τη ζοφερή εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ανάγει τα πάντα σε μία μοιραία σύγκριση: «Ναι, θα μπορούσαμε να τα είχαμε πάει και καλύτερα, αλλά δεν είμαστε προτιμότεροι από τους άλλους;». Το κόλπο μπορεί να λειτουργεί ως σωσίβια λέμβος μέχρι στιγμής, αλλά δεν είναι παρά η μίζερη τακτική του προσεχώς ηττημένου· είναι και ένα είδος εκφοβισμού: «Αν δεν σας αρέσει, ξέρετε την άλλη σας επιλογή». Από τη Ν.Δ. φαίνεται να διαφεύγει ότι το δίλημμα ανάμεσα στο κακό και το χειρότερο δεν αποβαίνει κατ’ ανάγκην υπέρ του πρώτου· συχνά, πλήττει εκείνον που το θέτει.
Η κεντρομόλος σύνεση
Τη νέα χρονιά ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να κάνει στροφή στη θεσμικότητα και να την κάνει ουσιωδώς και πειστικά. Δεν αρκεί να κατανοήσει τα λάθη του σιωπηλά, αλλά να κάνει τολμηρές –ίσως και απολογητικές– ενέργειες, ώστε να δείξει πως έμαθε από αυτά. Τα ηθικά και πολιτικά αιτήματα του κεντρώου χώρου δεν είναι αιτήματα πολυτελείας, αντιθέτως, συμπυκνώνουν προσφυώς μερικές από τις πιο στοιχειώδεις σταθερές της πολιτικής ύπαρξης του πρωθυπουργού: η νίκη της Ν.Δ. το 2019 δεν ήταν προσφορά του δεξιού της κοινού, αλλά προϊόν σύμπραξης στην οποία το Κέντρο συνέβαλε καταλυτικά· κάποια από τα πιο αξιόλογα στελέχη της κυβέρνησης ασπάζονται τις αρχές, το όραμα και την αισθητική που αντιστοιχούν στην κουλτούρα του κεντρώου χώρου· η ίδια η ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της παράταξής του επήλθε ως πραγμάτωση της ανάγκης για τον αναβαπτισμό ενός κόμματος, που με άλλη ηγεσία θα παρέμενε σκουριασμένο σύμβολο της παρωχημένης λαϊκής Δεξιάς. Το Κέντρο δεν είναι μια γκρινιάρικη συνιστώσα, είναι το παρόν και το μέλλον.
Μετά τον εγωκεντρισμό
Στο μέλλον πρέπει να κοιτάξει και ο Νίκος Ανδρουλάκης, όχι μόνο με προγραμματικούς όρους, αλλά και με όρους υπέρβασης του εαυτού του. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή· δεν είναι τόσο η Εύα Καϊλή ούτε η αναμόχλευση του «αμαρτωλού» πασοκικού παρελθόντος το πρόβλημά του αυτή τη στιγμή· είναι η περιοριστική του οπτική γωνία· το γεγονός ότι η θητεία του έχει στιγματιστεί από ένα είδος ομφαλοσκοπισμού, που μπορεί μεν να οφείλεται στη συγκυρία και την επικαιρότητα, αλλά μετατρέπει το ΠΑΣΟΚ σε παράταξη ειδησεογραφίας και όχι σε κέντρο παραγωγής πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αποπροσωποποιηθεί και να αποφορτιστεί. Πρέπει να βγει από τα στενά όρια της θυματοποίησής του (χωρίς αυτό να σημαίνει πως πρέπει να ξεχάσει την παρακολούθηση του αρχηγού του) και να αποκτήσει ξανά όραμα: πώς βλέπει τον σύγχρονο κόσμο; Πώς σχεδιάζει να κάνει την καθημερινότητά μας καλύτερη; Ποια είναι η μεγάλη εικόνα που θέλει να μοιραστεί μαζί μας;
Σταυροδρόμια
Για τον ΣΥΡΙΖΑ, το 2023 θα εξαρτηθεί από μια μεγάλη απόφαση: σε ποιον απευθύνεται η παράταξη; Με ποιον στοιχίζεται η σύγχρονη Αριστερά; Η υπαρξιακή αμφιταλάντευση του κόμματος, για πολλούς εντός κι εκτός του δεν είναι ελάττωμα, αλλά όρος της επιβίωσής του (πότε σοβαρό – πότε ασόβαρο, πότε υπεύθυνο – πότε αντιδραστικό)· η συνεπής ασυνέπεια που το κρατάει στον αφρό. Ομως η πολιτική δεν είναι μία ιδιοσυγκρασιακή σταρ· οι πολίτες δεν εμπιστεύονται καπρίτσια, αλλά σχέδια που εμπνέουν ασφάλεια. Με την κοινωνική πρόοδο ή με τον καταστροφικό μιζεραμπιλισμό, λοιπόν; Με αδιαπραγμάτευτο ευρωπαϊκό προσανατολισμό ή με τάσεις φιλοπουτινισμού; Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αποφασίσει ποιος είναι και όταν αποφασίσει να μας πει κι εμάς. Τα πολλαπλά πρόσωπα τραβούν το βλέμμα, αλλά ξεχνιούνται εύκολα στην κάλπη.

