Επειτα από δύο συνεχείς χρονιές μεγάλων ιστορικών επετείων (1821, 1922), ώρα να ηρεμήσουμε λίγο. Οχι ότι το 2023 θα πέσει σε κάποιο ιστορικό κενό (στην Ιστορία, όπως και στη φυσική, δεν υπάρχει κενό): εκατό χρόνια θα συμπληρωθούν από τη Συνθήκη της Λωζάννης (που με τόσο άχτι μνημονεύει τα τελευταία χρόνια η επίσημη Τουρκία), πενήντα χρόνια από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και σε πιο διεθνές επίπεδο, ενενήντα χρόνια από την αναρρίχηση του Χίτλερ στην εξουσία. Οι στρογγυλοποιήσεις καλά κρατούν λοιπόν δίχως όμως εκείνο το γεγονός που να σηματοδότησε είτε τη γένεση του νέου ελληνικού κράτους είτε μια εθνική συντριβή η οποία όμως επέφερε σειρά μεταμορφώσεων στην ελληνική κοινωνία.
Αν η επέτειος του 1821 επισκιάστηκε από την πανδημία, εκείνη του 1922 επισκιάστηκε σε ένα βαθμό από την προηγούμενη επέτειο (το 1922 ήρθε και μας βρήκε κατά τι κουρασμένους από το 1821). Ωστόσο, το 1922 αναδείχθηκε με πολλούς τρόπους και ήταν λογικό: παρά τα εκατό χρόνια, τα γεγονότα έχουν κάτι νωπό ακόμα. Σχεδόν κάθε σπίτι έχει μια μικρασιατική ανάμνηση ή κάποιον παππού που πολέμησε εκεί.
Επειτα, ήταν μια ευκαιρία για οικογένειες να ξεθάψουν ιδιωτικά αρχεία, κι ακόμα, μια ευκαιρία να θυμηθούμε τον πολιτισμό που ήρθε «από εκεί»: μαγειρική και μουσική, αθλητισμός, ήθη και έθιμα ενός κοσμοπολιτισμού που έφτασε στα λιμάνια μας μέσα σε κουρέλια.
Το 1922 «μας πήγε» περισσότερο και για έναν, οξύμωρο μάλλον, λόγο: η ήττα μας συγκινεί πιο πολύ από τους θριάμβους – δυστυχώς. Το 2012, παρά μια πολύ καλή έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη και πάλι, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (νικηφόροι και αναγεννητικοί για το έθνος) πέρασαν σχετικά απαρατήρητοι. Αντίθετα, η ήττα, η συντριβή, η απώλεια, κυρίως οι μνήμες αυτών, «κουρδίζουν» το συλλογικό ασυνείδητο.
Τηρουμένων των αναλογιών, κάπως έτσι συγκινεί ακόμα το αφήγημα της ήττας του Δημοκρατικού Στρατού το 1949 μιαν ορισμένη μερίδα συμπολιτών μας και όχι απαραίτητα επειδή νοσταλγούν τον σοβιετικό ολοκληρωτισμό ούτε επειδή τους απασχολεί η φύση του μετεμφυλιακού κράτους με την «καχεκτική δημοκρατία» του. Είναι μια συγκίνηση, θα έλεγε κάποιος, εξω-ιστορική: η ήττα προβάλλει σαν καθαγιασμός: η ιδέα του οσιομάρτυρα που, βέβαια, γίνεται άγιος.
Πρέπει όμως να μάθουμε κάπως να συγκινούμαστε (και) με τα επιτεύγματά μας τα οποία, παρά το όποιο κόστος και το όποιο τίμημα, προχώρησαν τη χώρα. Και να προσέχουμε λίγο με τις αγιοποιήσεις και τις δαιμονοποιήσεις. Η Ιστορία έχει να κάνει με ανθρώπους, με σάρκα και οστά. Για την κατανόησή της, πρέπει λίγο να ξεμπερδεύουμε με τα φωτοστέφανα και τα κέρατα των δαιμόνων. Και, επιτέλους, να κοιτάξουμε μπροστά. Οι προκλήσεις είναι πολλές. Καλή μας χρονιά λοιπόν, με «λογισμό και μ’ όνειρο».

