Αλλιώτικα τα φετινά «Παραμύθια»

3' 2" χρόνος ανάγνωσης

Ο Κριστόφ Βαρλικόφσκι το είχε διευκρινίσει εξαρχής: «Ηρθαμε στην όπερα της Αθήνας για να ανεβάσουμε τα “Παραμύθια του Χόφμαν”. Το έργο προγραμματίστηκε τώρα επειδή είναι πλούσιο και ευχάριστο, ταιριαστό με τις γιορτές των Χριστουγέννων, ένα έργο που το κοινό λατρεύει. Κι όμως δεν είναι έτσι. Εχουμε έναν διαλυμένο άνδρα και μια γυναίκα που θυσιάζει τη ζωή της για εκείνον. Εχουμε ένα ζευγάρι και γύρω τους την ασθένεια, την εξάρτηση, τις φαντασιώσεις».

Ο διεθνής Πολωνός σκηνοθέτης είχε κάνει σαφείς τις προθέσεις του (στην «Κ», στη Μάρω Βασιλειάδου), ένα μήνα πριν από την πρεμιέρα της όπερας του Οφενμπαχ, στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Ετσι, την περασμένη Κυριακή, που τίποτα εορταστικό δεν υπήρχε στη σκηνοθεσία, δεν εκπλαγήκαμε. Θεατές της σύνθεσης ενός ιδιοφυούς δημιουργού, περάσαμε από τη χριστουγεννιάτικη φαντασμαγορία του πάρκου στο ΚΠΙΣΝ σε μια σκηνική ευφορική διαδικασία. Οχι χαρμόσυνη, με την έννοια του απρόσκοπτου κεφιού. Και πώς να συμβεί αυτό όταν τα πρόσωπα του δράματος είναι τόσο ευάλωτα, ό,τι συμβαίνει είναι παράξενο και δεν αρκεί η καταφανής ερμηνεία ότι ο Χόφμαν είναι ερωτευμένος με τρεις γυναίκες, την Ολυμπία (μια μηχανική κούκλα), την Αντωνία (μια τραγουδίστρια της όπερας που πάσχει από μια μυστηριώδη ασθένεια), την Τζουλιέτα (μια εταίρα), που αποδεικνύεται ότι είναι εκφάνσεις μίας και μοναδικής γυναίκας, της Στέλλας;

Ο Βαρλικόφσκι επιστρατεύει αυτό που γνωρίζει πολύ καλά: τη μεταμόρφωση του είναι σε φαίνεσθαι και αντίστροφα. Εξωτερικεύει μαγικά τις αδυναμίες, τους φόβους, τον χλευασμό, την εκδίκηση, την περιφρόνηση, το παιχνίδισμα ανάμεσα στη δύναμη και τη συντριβή. Δεν είναι η μεγάλη οθόνη που ανεβαίνει και κατεβαίνει στη σκηνή, λειτουργώντας πότε ως αντανάκλαση των δρώμενων, πότε ως κινηματογραφική αναφορά, πότε ως βλέμματα, μόνο δύο μάτια (δεν κρύβει την επιρροή του από τον Κριστιάν Μπολτανσκί)· δεν είναι ούτε η ευρηματική σκηνογραφία και τα σύγχρονα και ταυτόχρονα αχρονικά –υπέροχα– δεκάδες κοστούμια· δεν είναι ούτε οι εξαιρετικοί νέοι πρωταγωνιστές Νικόλ Σεβαλιέ και Ανταμ Σμιθ με τις, κατά γενική ομολογία, θαυμάσιες φωνές και τη σκηνική παρουσία που ενσαρκώνουν το όραμα του Βαρλικόφσκι. Είναι αυτή η περιδίνηση σε έναν κόσμο φευγαλέο που άλλοτε έχει την όψη του Τζόκερ, άλλοτε μορφών εύθραυστων που προσπαθούν να ξεφύγουν από έναν κύκλο αποτυχίας. «Ναι», ομολογεί ο σκηνοθέτης. «Αυτά τα “Παραμύθια του Χόφμαν” είναι μια κάθοδος στην κόλαση, στους εφιάλτες ενός καλλιτέχνη που παραπαίει». Οπως λέει (στο πρόγραμμα της παράστασης) «σε αυτόν –σ.σ. εννοεί τον Χόφμαν– η πραγματικότητα και η ψευδαίσθηση δεν παύουν να συγχέονται. Τα φαντάσματα στα οποία προσπαθεί να δώσει μορφή αποκαλύπτουν τα δικά του φαντάσματα, που συνδυάζουν επιθυμία, κυριαρχία και θάνατο».

Ο Βαρλικόφσκι επιστρατεύει αυτό που γνωρίζει πολύ καλά: τη μεταμόρφωση του είναι σε φαίνεσθαι και αντίστροφα.

Ακριβής η περιγραφή. Μέσα από αυτήν τη δημοφιλή όπερα ο σκηνοθέτης αναψηλαφεί το ενδόμυχο χάος «από το οποίο είμαστε όλοι φτιαγμένοι». Κινείται «ύπουλα», καθώς η μουσική του Οφενμπαχ τείνει να παρασύρει σε οικεία και αναγνωρίσιμα μοτίβα. Κι εκεί που ο θεατής βουλιάζει στη θέση του, παραδομένος στο αναμενόμενο, ο Βαρλικόφσκι το αναποδογυρίζει για να παρακινήσει, μέσα από μια διαφορετική οπτική.

Αλλιώτικα τα φετινά Χριστούγεννα. Και τα «Παραμύθια», με τη σύλληψη του Πολωνού σκηνοθέτη, ακολουθούν και υπογραμμίζουν. Δεν υπάρχει τίποτα νανουριστικό, καθησυχαστικό. Δεν προσφέρουν κανενός είδους σαφή ερμηνευτικό κώδικα. Μας καλούν σε ένα διάλογο ενδόμυχο και βουβό. Μας καλούν σε μια διαφορετική γιορτή, μακράς διαρκείας (τεσσάρων ωρών). Ο χρόνος δεν βαραίνει γιατί η περιέργεια δεν εξαντλείται. Το μυστήριο υποδαυλίζει την εξερεύνηση. Προς ποια κατεύθυνση; Για τον κάθε θεατή διαφορετική. Εξάλλου, καθόλου τυχαία, κάθε μέλος της πολυάριθμης χορωδίας –που παίζει τον ρόλο του κοινού, συντηρώντας το θέατρο μέσα στο θέατρο– έχει ένα δικό του, ξεχωριστό κοστούμι.

Είμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια υλικά, αλλά δεν είμαστε ίδιοι. Τα παραμύθια παίρνουν το σχήμα εκείνου που τα αφηγείται· οι ιστορίες, χριστουγεννιάτικες ή μη, εκεί που μας χωρίζουν εκεί και μας ενώνουν.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT