Η ιστορία του Χάρι και της Μέγκαν, όπως την περιγράφουν στο νέο τους ντοκιμαντέρ για το Netflix, είναι πολλά πράγματα: ένα ρομαντικό λαβ στόρι· μια εύστοχη καταγραφή του συστημικού ρατσισμού τόσο στην κοινωνία όσο και στις τάξεις της βασιλικής οικογένειας· μια βιωματική ανάλυση της κουλτούρας του βρετανικού σκανδαλοθηρικού Τύπου. Είναι επίσης μια μη ιστορία. Ψάχνοντας ανάμεσα στα σπαράγματα γλυκανάλατης αυτοαναφορικότητας και στεγνών δακρύων, ο θεατής βρίσκει ενδιαφέροντα στοιχεία, αλλά όχι το δράμα που οι πρωταγωνιστές περιφέρουν αποδώ κι αποκεί απελπισμένοι. Στην ουσία, πρόκειται περί παρεξήγησης. Ο Χάρι και η Μέγκαν μοιάζουν ως προς τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους: με τον ναρκισσισμό ενός παιδιού που θέλει προσοχή· με το θράσος του ανεπίγνωστα προνομιούχου, που θεωρεί σκάνδαλο τη στραβή του παρανυχίδα. Κάποιος τους είπε ότι η πολυτελής τους γκρίνια είναι φαινόμενο, κι αυτοί τον πίστεψαν.
Μαθήματα υπερβολής
Το τραυματικό παρελθόν του Χάρι είναι γνωστό. Είναι όμως επίσης γνωστό ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εκεί έξω φέρουν ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο τραύμα. Γνωστό είναι ακόμη ότι, σε αντίθεση με τον περισσότερο κόσμο, ο Χάρι είχε μέσα στην ατυχία του μεγάλη τύχη: την οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή στήριξη να φτιάξει τη ζωή του όπως θέλει (όπως και έκανε, τελικά). Από την άλλη, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η Μέγκαν πράγματι υπήρξε θύμα ρατσιστικών και σεξιστικών διακρίσεων εντός και εκτός παλατιού· κανείς δεν αμφιβάλλει ότι οι παπαράτσι την κυνήγησαν και της φέρθηκαν με την απρέπεια που θα έδειχναν και σε πολλές άλλες στη θέση της (αν δεν χρησιμοποιούσαν το χρώμα της επιδερμίδας ως όπλο, θα έβρισκαν σίγουρα κάτι άλλο, εγγενές ή μη). Πώς όμως αποτελούν τα παραπάνω θρίλερ; Γιατί το ζεύγος νομίζει ότι έζησε κάτι άξιο εξιστόρησης;
Θιγμένοι μα υποψιασμένοι
Ο θεσμός της βασιλείας δεν είναι απλώς ένας συντηρητικός θεσμός. Είναι το πρώτο και το τελευταίο προπύργιο του νομιμοποιημένου ρατσισμού: μια παράδοση που βασίζεται στην αιματολογική ανωτερότητα μιας οικογένειας έναντι ενός λαού και στο θεόπνευστο δικαίωμά της να «κυβερνά». Ποια ακριβώς πληροφορία σε σχέση με τα παραπάνω διέφευγε από τον Χάρι και τη Μέγκαν την ώρα που βίωναν το «βασανιστήριό» τους; Ο Χάρι γεννήθηκε στο παλάτι και ξέρει καλά τους κανόνες του· άλλωστε τους έζησε στο πετσί του από πολύ νωρίς. Θα μπορούσε να είχε ανεξαρτητοποιηθεί από αυτό νωρίτερα αν το έκρινε σκόπιμο – μάλλον δεν θα ενοχλούσαν πολλοί έναν απομονωμένο πρίγκιπα με χαμηλό προφίλ που κοιτάει τη δουλειά του. Από την πλευρά της, η Μέγκαν δεν πήρε τον Χάρι με υποχρεωτικό προξενιό. Ως άριστη μαθήτρια, επιτυχημένη ηθοποιός, ακτιβίστρια και πρόσωπο με μεικτή φυλετική καταγωγή, δεν έμαθε για τη λευκή υπερηφάνεια του παλατιού χθες, ούτε της ήταν άγνωστος ο αδηφάγος τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο Τύπος. Θα έλεγε κανείς πως όποιος δεν αντέχει τη ζέστη πρέπει να φεύγει από την κουζίνα ή να μην μπαίνει καν, αλλά ο Χάρι και η Μέγκαν δεν δείχνουν ακριβώς τσουρουφλισμένοι· κυρίως, μοιάζουν σκηνοθετημένοι· από τον εαυτό τους.
Κατά φαντασίαν θύματα
Οι παραλληλισμοί που επιχειρούνται στο ντοκιμαντέρ ανάμεσα στο ζεύγος και στην Νταϊάνα δεν είναι μόνο άστοχοι, αλλά αναχρονιστικοί και προσβλητικοί: η Νταϊάνα μυήθηκε στο βασιλικό παιχνίδι όταν ακόμη ήταν ανήλικη· δεν είχε τη γνώση και τις επιλογές του γιου της και της συντρόφου του· δεν ήταν απλώς διάσημη, αλλά μια ακτινοβόλος ιστορική σπανιότητα. Αν αυτό που θέλουν ο Χάρι και η Μέγκαν είναι πράγματι να «προστατεύσουν την οικογένειά τους» από το κακό μάτι, προκαλεί απορία η απόφασή τους να μετατρέψουν τη ζωή τους σε ριάλιτι εξομολογήσεων, στο οποίο μάλιστα συμμετέχουν και τα μωρά τους. Ισως, τελικά, το πρόβλημά τους δεν είναι το κυνηγητό, αλλά ότι το κυνηγητό δεν γίνεται με τους όρους τους. Στη ζωή, όμως, κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα. Ούτε καν οι σελέμπριτι-πρίγκιπες και δούκισσες.

