Είναι αδύνατον να κερδίσουμε το οργανωμένο έγκλημα χωρίς υποκλοπές, είπε ο Βέλγος εισαγγελέας Μισέλ Κλεζ, ο άνθρωπος πίσω από την αποκάλυψη του Qatargate. Μίλησε για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της σύγχρονης τεχνολογίας και για υποκλοπές δεδομένων ως απαραίτητο εργαλείο στη μάχη κατά του οργανωμένου εγκλήματος. Και δεν ξεσηκώθηκε κύμα αμφισβήτησης για παραβίαση δικαιωμάτων των παρακολουθουμένων. Γιατί; Μια πιθανή εξήγηση είναι επειδή, κατά το κοινώς λεγόμενο, οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση πιάστηκαν «με τη γίδα στην πλάτη», με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ στην κατοχή τους. Οπότε, ποιος και τι να πει. Τι να υπερασπιστεί κάποιος; Μια άλλη εξήγηση είναι ότι οι διαδικασίες παρακολούθησης, άρσης απορρήτου, καταγραφής συνομιλιών και επικοινωνιών διέπονται από τόσο σαφές πλαίσιο, ώστε κανείς δεν αμφισβητεί την τήρηση κανόνων.
Προϋπόθεση, ασφαλώς, ο σεβασμός στη διάκριση εξουσιών, η αναγνώριση ότι η Δικαιοσύνη, εφόσον οι επιφορτισμένοι με το ανάλογο καθήκον λειτουργοί της το κρίνουν, μπορεί να αποφασίσει ποιος θα τεθεί σε καθεστώς άρσης απορρήτου. Χωρίς εκ των προτέρων αστερίσκους και εξαιρέσεις. Χωρίς εκ της θέσεως ή του αξιώματος απαλλαγή. Με εμπιστοσύνη ότι οι θεσμικά επιφορτισμένοι με το καθήκον λειτουργοί τοποθετήθηκαν εκεί ακριβώς γιατί θεωρήθηκαν οι πλέον κατάλληλοι για την άσκηση των κρίσιμων καθηκόντων. Με τήρηση των νόμων και αντιστάσεις σε έξωθεν παρεμβάσεις.
Αλλωστε, αν κάτι δείχνει η υπόθεση που συγκλονίζει την έδρα της Ε.Ε. τις τελευταίες ημέρες, είναι ότι η διείσδυση στους θεσμούς και η διάβρωσή τους γίνεται με Δούρειους Ιππους εκείνους ακριβώς που είναι επιφορτισμένοι με τη διαφύλαξή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι έρευνες των Αρχών δεν είχαν καταγραφεί στη βάση δεδομένων της αστυνομίας, ώστε να μη διαρρεύσουν στοιχεία και να μην ειδοποιηθούν οι ύποπτοι. Να μη χαθεί το στοιχείο του αιφνιδιασμού.
Οσα συμβαίνουν την τελευταία εβδομάδα στις Βρυξέλλες φαίνονται πρωτόγνωρα. Μια τεράστια επιχείρηση των διωκτικών αρχών με αιφνιδιαστικές έρευνες, συλλήψεις, κατάσχεση μεγάλων χρηματικών ποσών. Και να μη θέλει να το σκεφτεί κανείς, οι συγκρίσεις και οι συνειρμοί με την καθ’ ημάς πραγματικότητα γίνονται αυτόματα. Πώς θα εξελισσόταν στην Ελλάδα μια αντίστοιχη επιχείρηση; Πιθανότατα με όρους τηλεοπτικής υπερπαραγωγής, με τηλεοπτικά συνεργεία να καλύπτουν «ζωντανά» συλλήψεις, κατασχέσεις, εφόδους. Με το όποιο στοιχείο αιφνιδιασμού να πηγαίνει περίπατο. Με δικογραφίες να γίνονται φέιγ βολάν και συνδικαλιστές να αναλύουν επιχειρησιακά δεδομένα και να αποκαλύπτουν τα επόμενα βήματα των ερευνών από κάποιο τηλεοπτικό στούντιο. Με υπόπτους να «φωτογραφίζονται» και πριν καν επισήμως γνωστοποιηθεί ότι ελέγχεται η εμπλοκή τους, να βρίσκονται στον τηλεοπτικό «αέρα» για να υπερασπιστούν την αθωότητά τους.
Υπερβολικό; Μάλλον όχι. Είναι καταστάσεις που έχουμε ζήσει κατ’ επανάληψη με μια σειρά από υποθέσεις που βρέθηκαν στο επίκεντρο τα τελευταία χρόνια. Ολα θέαμα.

