Ας το πάρουμε απόφαση ότι η κοινωνία μας είναι βαθιά διχασμένη. Να προεξοφλούμε πάντα αυτό το μειονέκτημα, αυτό το εμπόδιο, σαν άλογο που μπαίνει σε κάθε αγώνα με ένα τσουβάλι πέτρες στην πλάτη. Ο ενθουσιασμός με τον οποίο επιδιδόμαστε στον αλληλοσπαραγμό είναι τόσο εθιστικός που αδυνατούμε να τον απαρνηθούμε και όταν αυτός μας εκθέτει σε υπαρξιακούς κινδύνους. Η σημερινή πολιτική σκηνή αποδεικνύει ότι ο διχασμός είναι διαχρονικός, αναπόφευκτος ακριβώς επειδή οι πρωταγωνιστές δεν έχουν ουσιαστική διαφορά μεταξύ τους: όλοι έχουν διανύσει την πολιτική τους διαδρομή σε μια σταθερή δημοκρατία, σε ευημερούσα κοινωνία, απολαμβάνοντας τα αγαθά της συμμετοχής της χώρας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Αλέξης Τσίπρας, οι άλλοι αρχηγοί κομμάτων και οι επιτελείς τους, ούτε πείνασαν ούτε πολέμησαν μεταξύ τους ούτε βρίσκονται σε αντίθετες πλευρές κάποιου σοβαρού ιδεολογικού χάσματος. Ομως, αρκούν οι αναμνήσεις των «παρατάξεων» και η δίψα για εξουσία για να καλλιεργούνται συνεχώς ο φθόνος και αισθήματα αδικίας μεταξύ μας.
Σε περίπτωση κινδύνου ή θα υποτιμήσουμε την απειλή, στρέφοντας την προσοχή μας στον εσωτερικό αντίπαλο ή θα τη δούμε ως ευκαιρία για να τον υπονομεύσουμε.
Αυτή η ασθένεια δεν υποχωρεί όταν αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο, ακόμη και σε περιπτώσεις που τιμώνται με εθνικές επετείους. Αντιθέτως, ή θα υποτιμήσουμε την απειλή, στρέφοντας την προσοχή μας στον εσωτερικό αντίπαλο ή θα τη δούμε ως ευκαιρία για να υπονομεύσουμε τον αντίπαλο. Πάντα δικαιώνουμε εαυτούς, ισχυριζόμενοι ότι οι άλλοι φταίνε για όσα εμείς κάνουμε. Ετσι, πριν από έναν αιώνα, οι πρωταγωνιστές της ελληνικής πολιτικής οδήγησαν τον Ελληνισμό στην Καταστροφή. Σήμερα η τουρκική απειλή, οι υποκλοπές, η υπερβολική χρήση βίας από την αστυνομία, η διαχείριση μεταναστών και προσφύγων, η υπονόμευση θεσμών και τόσα άλλα ζητήματα, αντιμετωπίζονται ως ευκαιρία για τη μια πλευρά να κερδίσει πόντους σε βάρος της άλλης, όχι ως ανάγκη να λυθούν. Ετσι διαιωνίζονται, προσφέροντας συνεχώς αφορμές για νέους καβγάδες. Και αντί για επιχειρήματα, από τους καταγγέλλοντες (και τα μέσα ενημέρωσης που πρόσκεινται σε αυτούς) ακούμε μόνο ότι αυτοί θα έπρατταν καλύτερα απ’ ό,τι οι αντίπαλοί τους. Αυτό συμβαίνει στη διαμάχη μεταξύ των κομμάτων, αλλά και εντός των κομμάτων όταν η ηγετική ομάδα κλονίζεται για κάποιον λόγο και άλλες επιχειρούν να ενισχύσουν τη θέση τους (όπως στη Ν.Δ. σήμερα). Σε αυτό το κλίμα, ο πολίτης δυσκολεύεται να διακρίνει ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Εγκλωβίζεται στην ομάδα του, τρέφεται με δικαιολογίες για τις αποτυχίες της και με μίσος για τους αντιπάλους. Δεν πείθεται για τις δύσκολες αποφάσεις που απαιτούν τα μεγάλα προβλήματα. Ετσι ενισχύεται η θέση και όσων υποσκάπτουν πιθανές λύσεις. Οταν δεν υπάρχει η κατάλληλη συνεννόηση και η αποφασιστικότητα από τους κυβερνώντες και την αντιπολίτευση, τότε κάθε μεταρρύθμιση ροκανίζεται από κάθε κατεύθυνση. Είδαμε πώς η Ν.Δ. δυσκόλεψε την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου τα πρώτα χρόνια της κρίσης, πριν αναγκαστεί να ακολουθήσει την ίδια πορεία ως κυβέρνηση. Το ότι οι σημερινοί κατήγοροι θα βρουν εαυτούς αντιμέτωπους με τις ίδιες δυσκολίες όταν βρεθούν στην εξουσία, δεν τους πτοεί. Η διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι παρά τα «μαθήματα» της κυβερνητικής του θητείας, στην αντιπολίτευση συμπεριφέρεται όπως πριν από το 2015.
Η ενίσχυση της άμυνας εναντίον εξωτερικών κινδύνων, η λύση του δημογραφικού προβλήματος, η διαχείριση της μετανάστευσης, ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, η θωράκιση των θεσμών, η εξασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης, η οικονομική επιβίωση σε ένα ολοένα πιο δύσκολο διεθνές περιβάλλον, δεν θα επιτευχθούν χωρίς εθνική συνεννόηση. Ας το γνωρίζουμε αυτό. Οπως ακριβώς γνωρίζουμε ότι θα επιμείνουμε στην καταστροφική μας πορεία.

