Η γνωστή αστυνομία
Δεν είναι μόνο η σφαίρα· είναι όλα όσα η σφαίρα αντιπροσωπεύει. Είναι η έλλειψη ψυχραιμίας και ετοιμότητας, η ανεπαρκής εκπαίδευση, η ελαττωματική επιχειρησιακή απόδοση, η περιφρόνηση της αναλογικότητας, η ανυπαρξία ανθρωπιστικής παιδείας. Είναι ο ρατσισμός –ενδόμυχος ή και απροκάλυπτος– που κάνει τις δύσκολες αποφάσεις εύκολες και ανέξοδες, κατηγοριοποιώντας τους πολίτες σε άξιους σεβασμού και σε ανάξιους. Ο αστυνομικός που πυροβόλησε τον 16χρονο δεν το έκανε απαραίτητα επειδή ήθελε να τον σκοτώσει (εξ ου και ο ενδεχόμενος δόλος). Το έκανε αν και ήξερε πως θα μπορούσε να τον σκοτώσει· επειδή του φάνηκε απλό, αποδεκτό, φυσικό. «Πυροβόλησα ενστικτωδώς, στόχευα στα λάστιχα», φέρεται να είπε ο ίδιος, προφανώς χωρίς να καταλαβαίνει πόσο προβληματική είναι, εκτός από την πράξη, και η αιτιολογία του. Η αστυνομία οφείλει να ενεργεί κατά τοv νόμο, όχι κατά το ένστικτό της· οι κρατικές λειτουργίες δεν είναι προεκτάσεις της ψυχολογίας ή των μεταφυσικών ορμών των υποκειμένων τους. Επιπλέον, η αδυναμία ενός οργάνου επιβολής της τάξης να πυροβολήσει εκεί που σημαδεύει δεν είναι ένδειξη κακής τύχης, αλλά ακαταλληλότητας.
Βίαιοι επειδή μπορούν
Ας υποθέσουμε πως κάθε χώρα έχει την αστυνομία, στην οποία έχει επενδύσει· ότι η ποιότητα των υπηρεσιών των Σωμάτων Ασφαλείας αντικατοπτρίζει τη σημασία που δίνει το κράτος στη στελέχωση και την εκπαίδευσή τους. Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι δεν είναι πρακτικά δυνατόν να αντικατασταθούν όλοι οι ακατάλληλοι αστυνομικοί από απολύτως κατάλληλους μέσα σε ένα χρονικό διάστημα που θα ικανοποιούσε την άμεση ανάγκη μας για μεταρρύθμιση και εξυγίανση. Iσως η πιο ρεαλιστική εικασία είναι ότι πρέπει να πορευτούμε με τους αστυνομικούς που έχουμε, χωρίς να ελπίζουμε σε θαύματα. Πώς θα γινόταν οι ήδη υπάρχοντες αστυνομικοί να σταματήσουν να πιστεύουν πως έχουν δικαίωμα δυνητικά θανατηφόρας καταστολής εις βάρος πολιτών, τη στιγμή που έχουν κι άλλη επιλογή; Αν ο 32χρονος αστυνομικός γνώριζε ότι η πράξη τoυ αποδοκιμάζεται έντονα από το Σώμα, θα τη διέπραττε; Αν γνώριζε ότι θα διωκόταν ποινικά, ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τη γλιτώσει, ότι θα καταστραφεί η ζωή του, θα ενέδιδε στην παραφορά του ενστίκτου και της αδρεναλίνης; Κάτω από τη θεσμική παραβατικότητα υπάρχει το παχύ στρώμα μιας κουλτούρας που τη νομιμοποιεί και την αμβλύνει: «Δεν γινόταν αλλιώς».
Δομικώς αυθαίρετοι
Το πρόβλημα της έκνομης συμπεριφοράς της ΕΛ.ΑΣ. συνυφαίνεται με τη γενικότερη αλλεργία του κράτους στην αυστηρή, καθολική νομιμότητα, μία αλλεργία που μεταγγίζεται παραδοσιακά και στους πολίτες ως άτυπη κανονικότητα και παύει μόνο περιστασιακά με τα αντιισταμινικά του προσωπικού συμφέροντος και της ιδεοληψίας. Η Δεξιά δεν έχει πρόβλημα με τα κρατικά όργανα που υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο γιατί θεωρεί ότι τα ελαφρυντικά επαρκούν για να καλύψουν το έλλειμμα στην τήρηση των τύπων: «Οι αστυνομικοί διακινδυνεύουν τη ζωή τους», «Ο 16χρονος δεν ήταν απλός 16χρονος αλλά επικίνδυνο κακοποιό στοιχείο», «Αν δεν πυροβολούσε ο 32χρονος, ο 16χρονος θα είχε σκοτώσει κάποιον αστυνομικό». Η Αριστερά έχει πρόβλημα με την υπέρβαση του μέτρου εκ μέρους της αστυνομίας, αλλά δεν έχει πρόβλημα να καεί ολόκληρη η πόλη, να σκοτωθεί ένας αστυνομικός ή κάποιος πολίτης από «μειονοτικό» δράστη. Oταν η ανάγκη για την τήρηση των νόμων φιλτράρεται μέσα από φαντασιωσικές προσλήψεις του δικαίου, το αποτέλεσμα αποβαίνει πότε υπέρ της μιας, πότε υπέρ της άλλης φαντασίωσης, αλλά μας γνέφει πάντα από τη μεριά του αδίκου.
Αδιαφορία και προκατάληψη
Τα έντονα συναισθήματα για τον 16χρονο Ρομά αποτελούν την τελετουργική κορύφωση της προκατάληψης κάθε πλευράς. Στην πραγματικότητα, ο 16χρονος δεν έχει ανάγκη ούτε τη θετική διάκριση όσων επιχειρούν να τον ηρωοποιήσουν προς ίδιον όφελος ούτε την αρνητική διάκριση των ρατσιστών που τον θεωρούν εξ ορισμού υποδεέστερο· έχει ανάγκη από δίκαιη, ισότιμη μεταχείριση στο πλαίσιο των νόμων που ισχύουν για όλους. Το κράτος φέρει διαχρονικά τη μεγαλύτερη ευθύνη για το καθεστώς διαβίωσης και τη συμπεριφορά μεγάλου μέρους Ρομά: οι ψηφοθηρικές πολιτικές, η περιφρόνηση και οι τακτικές κατευνασμού (στην ουσία, τακτικές αδιαφορίας) έχουν ενισχύσει την πραγματικότητα των παράλληλων κόσμων και του κοινοτισμού. Δεν μας λείπει κάποια τρομερή ιδέα για τη συμπερίληψη των Ρομά στην κοινωνία και στη νομική τάξη, μας λείπει η προθυμία.
Aκρα της ανοησίας
Τα δάκρυα συγκίνησης και οι ύβρεις ενώπιον των μειονοτικών δραμάτων είναι εξίσου υποκριτικά. Είναι οι δύο όψεις της περιθωριοποίησης: η άρνηση του προβληματικού περιβάλλοντος από το οποίο προέρχεται ο 16χρονος, η τυφλή εξιδανίκευση της ετερότητάς του και η θέασή του ως αγνού αγγέλου όχι μόνο προσκρούουν στην πραγματικότητα, αλλά υποτιμούν το θύμα· του αφαιρούν την ιδιότητα του ανθρώπου με νοημοσύνη και ευθύνη· διασφαλίζουν τη διαιώνιση της κοινωνίας δύο ταχυτήτων, ενώ παράλληλα την αποσιωπούν. Αντίστοιχα, ο ναζιστικής εμπνεύσεως μοιρολατρικός αφορισμός «Αυτοί δεν αλλάζουν/αφομοιώνονται/γίνονται άνθρωποι με τίποτα», εκτός από απανθρωπιά, αποπνέει και στενότητα πνεύματος: όποιος προτίθεται να καταγγείλει μία παθογένεια, καλό θα ήταν να έχει κατά νου και μία πιθανή λύση· διαφορετικά, ας σωπάσει.

