Εχουμε τους δικούς μας πολέμους –στη Βουλή, στους δρόμους της Δυτικής Αθήνας–, τις δικές μας μηχανές παραγωγής λεκτικών και πραγματικών συγκρούσεων και εκρήξεων, των υπερβολών που εξασθενούν την ισχύ της πολιτικής και αδυνατούμε να σκεφτούμε εκείνον τον άλλο, τον συνεχιζόμενο πραγματικό πόλεμο στην καρδιά της Ευρώπης. Ο χρόνος φθείρει κι εκείνο που πονάει. Επειτα, πόσο να αντέξεις τον εφιάλτη του ακραίου πόνου, των αγριοτήτων, του θανάτου, του ακόμη μεγαλύτερου ξεριζωμού μετά την καταστροφή από τους Ρώσους ουκρανικών κοινωφελών δικτύων.
Η παράταση του πολέμου (η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία θα είναι μακριά», είπε προ ημερών ο Πούτιν), οι παρορμητικές του ενέργειες, οι κυνικές του αποφάσεις πια δεν θορυβούν. Μακρινή φαντάζει η αναμενόμενη από το ΝΑΤΟ εαρινή επίθεση των Ρώσων, κούφιες ακούγονται οι ανανεωμένες απειλές για χρήση πυρηνικών. Δεν είναι. Κατά μία θεωρία, οι Ρώσοι δεν φοβούνται πυρηνικά αντίποινα· η Ουκρανία δεν διαθέτει ατομικές βόμβες, οι ΗΠΑ δεν θα απαντήσουν –πιστεύουν– αν τα πυρηνικά πλήξουν μόνο εμπόλεμα πεδία.
Εχουμε εθιστεί στην αλλαγή σκηνικού, στη φόρτιση των ημερών μας με διαρκώς νέα συγκλονιστικά συμβάντα. Η ρωσική εισβολή έγινε, λίγο ώς πολύ, ρουτίνα που δεν συγκινεί. Οι βομβαρδισμοί, οι εκτελέσεις, οι μαζικοί τάφοι, οι βιασμοί, οι άμαχοι που λιμοκτονούν μέσα σε υγρά καταφύγια, όλη η ματοβαμμένη χλαπαταγή που ξεβράζεται όλο και σπανιότερα στα σαλόνια των σπιτιών αλαφιάζοντας για λίγο συνειδήσεις έγινε καθημερινότητα, που δεν διαθέτει νέους αφυπνιστικούς μοχλούς. Ξετυλίγεται υπόκωφα μέσα στη ρευστή διακεκαυμένη ζώνη των ανοιχτών πολεμικών λογαριασμών, συνθέτοντας ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο σήμερα, το οποίο δεν διδάσκει, καθώς δεν έχει γίνει ακόμη το χθες για το οποίο οι υπαίτιοι θα λογοδοτήσουν, το παρελθόν που αναγκάζεσαι να αντιμετωπίσεις με υπευθυνότητα, να επεξεργαστείς σε βάθος και να κατανοήσεις. Προς το παρόν μόνο ο πόλεμος διδάσκει –τον τρόμο– από εκείνους που ρίχνουν όπλα καταστροφής πάνω στα ανθρώπινα πλήθη. Και εκτραχύνουν, εκβαρβαρίζουν, ισοπεδώνουν, ευτελίζουν.
Η διατήρηση στο προσκήνιο αυτής της φρίκης ίσως θα πίεζε για λύσεις αποτρέποντας τον πολλαπλασιασμό του αριθμού όσων χάνονται· των ανθρώπων που κάποτε εργάζονταν, χαίρονταν, καβγάδιζαν, γελούσαν, πριν γίνουν πιθανόν πλάκες οι οποίες θα θυμίζουν σε εκείνους που τις διαβάζουν ή τις πατούν τη βαρβαρότητα του πολέμου.

