Στην απέναντι πολυκατοικία, κάποια διαμερίσματα έχουν ήδη στολίσει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Από τα παράθυρά της βλέπει λαμπάκια να αναβοσβήνουν. Μπλε, κόκκινα, άσπρα, πράσινα, κίτρινα. Και ξανά. Μπλε, κόκκινα, άσπρα, πράσινα, κίτρινα. Σαν μουσική. Μελαγχολία της προκαλούν. Της θυμίζουν εκείνο τον Νοέμβρη στο νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ. Τις απανωτές εξετάσεις, τα σκοτεινά βλέμματα των γιατρών, τις αυτοματοποιημένες κινήσεις των νοσηλευτών, το λευκό χρώμα, του χιονιού, σε τοίχους και κλινοσκεπάσματα. Εξω, η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας είχε ήδη φωταγωγηθεί. Η πόλη αδημονούσε για τις γιορτές.
«Κάνε υπομονή, μαμά. Θα γίνεις σύντομα καλά και θα πάμε στο σπίτι, να κάνουμε τις προετοιμασίες μας. Πόσα γλυκά σκέφτεσαι να φτιάξουμε φέτος;». Σιωπή λίγων δευτερολέπτων. Κι έπειτα ένας αναστεναγμός κι ένας ψίθυρος που ακούστηκε σαν κεραυνός. Τρεις λέξεις μόνο. «Ωραία που περνούσαμε…». Ο παρατατικός της συνειδητοποίησης ότι όλα είχαν αναπόδραστα περάσει στο παρελθόν, ότι μέλλον δεν υπήρχε.
Στα μέσα του Δεκέμβρη απελευθερώθηκε από τα δεσμά του πόνου. Εκείνες οι γιορτές ήταν οι πρώτες χωρίς το άγγιγμά της σε καθετί. Τα σεμέν και τα τραπεζομάντιλα με τα κλαδάκια γκι κεντημένα με σταυροβελονιά, τα πολύχρωμα κεριά, τα αγγελάκια που κρεμούσε στις πόρτες, οι πιατέλες με τους Αγιοβασίληδες που γέμιζαν με μελομακάρονα και κουραμπιέδες, όλα μπήκαν σε κούτες και βρέθηκαν στο πατάρι. Στο πυρ το εξώτερο. Ακόμη και το βαρύ μπρούτζινο γουδί της γιαγιάς, όπου θρυμμάτιζε τα καρύδια για τον ασυναγώνιστο σε γεύση μπακλαβά της, χώθηκε σ’ ένα ντουλάπι και έμεινε ανέγγιχτο στο εξής.
Είκοσι και πλέον χρόνια έχουν περάσει από τότε. Μια-δυο φορές πίεσε τον εαυτό της και στόλισε το σπίτι της. Ετσι, «για το καλό». Καμιά χαρά δεν ένιωσε. Αντιθέτως, η θλίψη της απουσίας γιγαντώθηκε. Φέτος, όμως, άρχισε να σκέφτεται διαφορετικά. Με τόσο κακό γύρω μας, με τόση δυστυχία, μήπως αυτός ο «βίος ο ανεόρταστος» είναι ύβρις απέναντι στη ζωή που τόσα δώρα τής έχει δώσει; Είναι υγιής και δημιουργική, έχει δίπλα της ανθρώπους που τη νοιάζονται και την αγαπούν, τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει; Τι άλλο θα ευχόταν η μητέρα της;
Το Σάββατο θα αγοράσει ένα δέντρο, το αποφάσισε. Και καινούργια στολίδια. Λαμπάκια; Εξυπακούεται! Θα τα ανάβει κάθε βράδυ, σαν κεράκι στη μνήμη εκείνης που δεν είναι εδώ, αλλά, με έναν περίεργο τρόπο, δεν έχει λείψει ούτε στιγμή. Θα πάει και στο πατρικό της. Το μπρούτζινο γουδί θα δει ξανά το φως της μέρας. Η συνταγή για τον μπακλαβά είναι γραμμένη στο τετράδιο που κληροδότησε η μαμά στις θυγατέρες της. Μπορεί να μην τον πετύχει ακριβώς, αλλά η γεύση του θα είναι οπωσδήποτε γλυκιά. Οπως οι αναμνήσεις της.

