Μια μαύρη πέτρα πίσω από τις θημωνιές

3' 1" χρόνος ανάγνωσης

Η Ελλάδα πίσω από τις θημωνιές ή μήπως η Ελλάδα μέσα σε ένα μικροαστικό διαμέρισμα κάπου στα Πατήσια. Ισως και να συμπληρώνουν η μια την άλλη. Διαφορετικές μεταξύ τους οι δυο ελληνικές ταινίες που διακρίθηκαν στο φετινό 63ο Διεθνές Φεστιβάλ, μάλλον αιφνιδίασαν με τον αριθμό των επιμέρους βραβείων που συγκέντρωσαν, μαζί με την αγάπη και την αναγνώριση του κοινού. Η πρώτη, της Ασημίνας Προέδρου («Πίσω από τις θημωνιές»), γυρισμένη στη λίμνη Δοϊράνη, στη μεθόριο της χώρας μας με τη Βόρεια Μακεδονία, η δεύτερη του Σπύρου Ιακωβίδη («Black stone»). Νέοι δημιουργοί και οι δύο, υπογράφουν τις πρώτες μεγάλου μήκους ταινίες τους.

Ανήκουν στην ίδια γενιά, γύρω στα 40 (συν/πλην), και το βλέμμα τους στην ελληνική πραγματικότητα, είτε διαχειρίζονται ένα κοινωνικό δράμα (Α. Προέδρου) είτε μια σάτιρα, κωμωδία και κοινωνικό σχόλιο παράλληλα («Black stone»), είναι ευθύ, ακριβές, σχεδόν ντοκιμαντερίστικο, χωρίς η σκληρότητα των γεγονότων να εμποδίζει τα τρυφερά συναισθήματα. Αντιλαμβάνονται, και οι δύο, την πολυπλοκότητα των ανθρώπων και των συμπεριφορών, τίποτα δεν είναι μονοδιάστατο και άκαμπτο.

Η οικογένεια είναι ο πυρήνας. Στις «Θημωνιές» παρακολουθούμε την ίδια ιστορία μέσα από τρεις οπτικές, του πατέρα, αγρότη και ψαρά, ο οποίος λόγω χρεών αρχίζει να διακινεί παράνομα μετανάστες, της συζύγου του, που είναι θρησκευόμενη και φροντίζει την εκκλησία του χωριού, ως έμπιστη του παπά, και της κόρης, η οποία προσπαθεί να ορίσει τη ζωή της μέσα σε ένα ελεγκτικό / υπερπροστατευτικό περιβάλλον. Γύρω τους, η τοπική μικροκοινωνία, καφενεία, μπουζουξίδικα, μυστικά και ψέματα, παραβατικότητα και κυνισμός. Οι συντεταγμένες της ταινίας, σύμφωνα με τη σκηνοθέτιδα: «Βρισκόμαστε στο 2015, υπάρχει ένα μεταναστευτικό κύμα προς τη Βόρεια Ευρώπη και στην ιστορία που αφηγούμαστε μετανάστες προσπαθούν να περάσουν μέσω της λίμνης».

Μικρά μπιμπελό, σεμέν, κεντήματα, υφάνσεις, νήματα και χρώματα, γεμάτα μνήμες, όχι άδεια κελύφη.

Στο «Black stone» περιγράφεται η ιστορία μιας μάνας χήρας με δύο γιους, ο πρωτότοκος είναι δημόσιος υπάλληλος και ο μικρότερος ανάπηρος. Ο δημόσιος υπάλληλος, εκείνος που συντηρεί την οικογένεια, μια μέρα εξαφανίζεται. Η μητέρα του τον ψάχνει παντού, δεν μπορεί να επιβιώσει οικονομικά χωρίς τον γιο. Ενα κινηματογραφικό συνεργείο τούς κτυπάει την πόρτα και αρχίζει να τους ακολουθεί αποτυπώνοντας με την κάμερα αυτή την αναζήτηση. Η μάνα (Ελένη Κοκκίδου) εξαρχής τους αποδίδει την ιδιότητα ενός τηλεοπτικού συνεργείου που θα βοηθήσει στην ανεύρεση του εξαφανισμένου. Τα ευτράπελα δεν επισκιάζουν την ουσία, δεν υποβαθμίζουν την τραγικότητα των συνθηκών.

Και στα δύο σπίτια, του χωριού και της πόλης, τα εικονίσματα, το αναμμένο καντήλι και η διακόσμηση με σεμέν είναι κυρίαρχα. Οπως και η μητρική φιγούρα (στις «Θημωνιές», η Λένα Ουζουνίδου). Μια Ελλάδα που παρέρχεται, που ανήκει οριστικά στον περασμένο, τον 20ό, αιώνα, που σε όλους κάτι θυμίζει, κάτι ανασύρει, αλλά είναι πια σε αποδρομή, με βραδύτερο ρυθμό στην επαρχία, με καλπάζοντα στις πόλεις. Κι αυτή «διασώζεται» μέσα από το βλέμμα δυο νέων ανθρώπων. Εχει τη σημασία του. Η θρησκευτική πίστη, όπως εκφράζεται σιωπηλά και τελετουργικά, η αισθητική των σπιτιών, μικρών μονοκατοικιών ή διαμερισμάτων. Μπορεί να σαρώνεται από τις ταχύτατες αλλαγές, παραμένει όμως ως χαρακτηριστικό μιας εποχής και των οικογενειακών δεσμών της. Γονείς, γιαγιάδες και παππούδες, θείες και θείοι, φτωχοί ή κάπως ευκατάστατοι, που βρίσκονται στη δύση του βίου τους, αποχωρούν σιγά σιγά, παίρνοντας μαζί και τον κόσμο τους: μικρά μπιμπελό, σεμέν, κεντήματα, υφάνσεις, νήματα και χρώματα, γεμάτα μνήμες, όχι άδεια κελύφη.

Τοποθετώντας σε απόσταση παρατήρησης τις δυο ταινίες (δεν κάνουμε κριτική αποτίμηση αλλά πραγματολογική διαπίστωση), εστιάζουμε στις κοινές αναφορές των δύο, διαφορετικών μεταξύ τους, δημιουργών: στις μητέρες που κινούν τα νήματα ακόμη κι αν μοιάζουν αθύρματα της μοίρας, αδύναμες ή παραγκωνισμένες, και στα σπίτια που διαφεντεύουν· εκεί όπου η βασιλεία της μάνας είναι αναγκαία για να συντηρεί η καθημερινότητα το σχήμα της και η οικογένεια την, ελάχιστη δυνατή, συνοχή της. Στο καλό και στο κακό.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT