«Κάποια παιδάκια είναι υπερκινητικά/ κάποια είν’ απρόσεκτα και παρορμητικά/ τα γράμματα μπερδεύουν και τις συλλαβές/ κι αφήνουνε στη μέση τις κατασκευές».

Ενα τραγούδι για το παιδικό τραύμα κι ένα μάθημα για όλους μας, γονείς και παιδιά.
«Το τραγούδι συγκινεί αναμοχλεύοντας μνήμες, προσφέρεται για ταυτίσεις», σημειώνει η κ. Λάγιου-Λιγνού. «Οι στίχοι του τραγουδιού αποζητάνε να κάνουν τους μεγάλους να γνωρίσουν τα παιδιά με τις ιδιαιτερότητές τους, την ατομικότητά τους, να δουν και να ακούσουν την έκφραση δύσκολων συναισθημάτων, να αναρωτηθούν τι κρύβεται πίσω από απρόσμενα συμπτώματα και ανυπόφορες συμπεριφορές. Να αναγνωρίσουν τα δικά τους παιδιά, τα παιδιά των άλλων, τα παιδιά της τάξης τους, τα παιδιά του κόσμου. Το τραγούδι αυτό είναι επίσης μια πρόσκληση γνωριμίας και με το παιδί μέσα μας, αυτό το παιδί που όλοι μας κουβαλάμε, όσο μεγάλοι και αν γίναμε».
«Ολα όμως κάποτε θα ξαναπροσπαθήσουν/ Να βρούνε κάποιον που θ’ ακούσει όταν μιλήσουν».
«Αλήθεια, πόσο ακούν οι μεγάλοι αυτό που ένα παιδί λέει με τον ιδιαίτερο προσωπικό του τρόπο;» αναρωτιέται η Ελληνίδα ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια παιδιών και εφήβων. «Πόσο οι ανάγκες του και οι εκκλήσεις του γίνονται πιστευτές; Μήπως όταν οι αγωνίες των παιδιών μάς αναστατώνουν ή και μας ενοχλούν τις βαφτίζουμε “παιδιαρίσματα” και τις κοροϊδεύουμε για να αποφύγουμε τον πόνο τους και την αδυναμία μας να αντέξουμε ό,τι μας φορτώνουν; Η κραυγή ενός παιδιού που υποφέρει μπορεί να εκφράζεται μέσα από το να μιλάει πολύ σιγά. Η προσπάθειά του να αυτοπροστατευθεί από κάτι που εισπράττει ως “τοξικό” μπορεί να το κάνει να μην τρώει. Παιδικοί φόβοι, φαντασιώσεις, ασυνείδητες ψυχικές συγκρούσεις, όταν δεν βρίσκουν μια αγκαλιά υποδοχής, ένα χώρο στον νου του σημαντικού –για το παιδί– μεγάλου, τότε αναζητούν τρόπο έκφρασης μέσα από το σώμα και μέσα από τη συμπεριφορά». Ενα τραγούδι-μάθημα για όλους. Ή, τουλάχιστον, για όσους έχουν αυτιά να ακούσουν.

