«Τυμφαία, χωρίον της Ηπείρου, της επαρχίας Τύμφης του νομού Ιωαννίνων, κείμενον πέραν του όρους Τόμαρος, όπου εξετείνετο η αρχαία Τυμφαία… Κάτοικοι κατά την απογραφήν του 1939… 1.250. Κάτοικοι κατά την απογραφήν του 1965… 85».
Τέσσερα χρόνια μετά τη δεύτερη απογραφή ο Θόδωρος Αγγελόπουλος βρέθηκε στα χωριά Βίτσα και Μονοδέντρι για να γυρίσει την «Αναπαράσταση», που ολοκληρώθηκε το 1970. Η εισαγωγή στην ταινία με τα πραγματολογικά στοιχεία σε voice off βοηθούν, μαζί με την εικόνα, για μια εξαρχής αποτύπωση ενός χάρτη, γεωγραφικού και ψυχικού. Και, βέβαια, ηχητικού. Οι ήχοι, φυσικοί και μουσικοί, συνθέτουν από μόνοι τους έναν κόσμο λακωνικά πλήρη. Ανάμεσά τους θα κινηθεί ο σκηνοθέτης τα επόμενα 110 λεπτά. Οι πληροφορίες συνοδεύονται από την είσοδο ενός λεωφορείου σε ένα χωματόδρομο. Θόρυβος βροχής, το λεωφορείο αγκομαχάει, φθάνει κάπου, οι επιβάτες βγαίνουν προσπαθώντας να αποφύγουν τις λακκούβες με τα νερά. Οι ρόδες έχουν κολλήσει στην λάσπη. Με αυτό το μέσο φθάνει στο χωριό ένας άνδρας κάπως ξερακιανός με μια βαλίτσα. Σπίτια από ξερολιθιά, δρομάκια σπαρμένα με πέτρα. Η φτώχεια και η εγκατάλειψη είναι εμφανείς.
Ο,τι συμβαίνει από εκεί και πέρα είναι λίγο-πολύ γνωστό. Ο άνδρας επιστρέφει, απροειδοποίητα, έπειτα από χρόνια δουλειάς στη Γερμανία. Η γυναίκα του τον υποδέχεται, τον αγκαλιάζει, τον «συστήνει» στα παιδιά τους, που δεν θυμούνται τον πατέρα, και λίγες μέρες αργότερα θα τον σκοτώσει με τη βοήθεια του εραστή της, αγροφύλακα, θα τον θάψει στον κήπο φυτεύοντας κρεμμυδάκια πάνω στον τάφο του.
Οσες φορές και να δούμε την «Αναπαράσταση» δεν είναι ποτέ ίδια. Μας ακολουθεί και μας παρακολουθεί. Διαπεραστικά και αδιάλειπτα μέσα στον χρόνο.
Η «Αναπαράσταση» παραμένει αξεπέραστη όχι γιατί το επιτάσσει ο μύθος που αναπτύχθηκε μέσα στα χρόνια και περιβάλλει την ταινία. Το 63ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (που ολοκληρώνεται σήμερα) οργάνωσε φέτος ένα πολύπλευρο αφιέρωμα με αφορμή τα 10 χρόνια από τον θάνατο του σκηνοθέτη, το οποίο «χτίστηκε» γύρω από την «Αναπαράσταση». Οσες φορές και να παρακολουθήσει κανείς αυτήν την πρώτη, ασπρόμαυρη, μεγάλου μήκους ταινία, κάνει ένα ακόμη βήμα «μέσα» στη χώρα και στους ανθρώπους της. Τότε, ήταν η εποχή που η γη δεν έτρεφε τον πληθυσμό της και πολλοί έφευγαν μετανάστες στη Γερμανία. Οι συνεντεύξεις που παίρνουν οι δημοσιογράφοι από τους ελάχιστους κατοίκους του χωριού, με αφορμή το φονικό, δεν είναι σεναριακά ευρήματα: «Τι ήρθατε να δείτε; Τα χάλια μας, τη φτώχεια και το φευγατιό;» λέει ένας ηλικιωμένος. Κι ένας άλλος: «Οι νέοι φεύγουν… Μονάχα εμείς οι γέροι μείναμε. Θα πεθάνουμε… Τα χωριά θα ρημάξουνε. Κι όταν τα χωριά θα ρημάξουν, και στις πολιτείες καλά δε θα ‘ναι!».
Ο 34χρονος, τότε, δημιουργός «είδε» το αυθεντικό υλικό, εσωτερικά και εξωτερικά, την αλήθεια των ανθρώπων και των τόπων. Την «ξενιτιά», όχι μόνο ρεαλιστικά αλλά και συμβολικά. Η αποξένωση από τα συναισθήματα, η ευκολία του φόνου, η οικογένεια που μόνο συνεκτικούς δεσμούς δεν έχει. Η γυναίκα που θέλει να εξαφανίσει τα ίχνη του δολοφονημένου, θεωρώντας ότι μπορεί να «κρυφτεί», συγκεντρώνει τα λιγοστά υπάρχοντά του, αφού διαλύσει και τη βαλίτσα του, σε ένα σάκο, σκαρφαλώνει στο βουνό και τα καίει εκεί, ολομόναχη, ενώ ο φακός τη συλλαμβάνει σε ένα πλάνο μακρινό και πανοραμικό. Αναπαραστάσεις του φόνου, παρουσία ανακριτών και χωροφυλάκων –ένας φόνος που ο θεατής δεν βλέπει ποτέ–, διαφορετικές λήψεις του συμβάντος, έως την τελική σκηνή όπου όλα συμβαίνουν πίσω από μια κλειστή πόρτα. Τα πρόσωπα του δράματος μπαίνουν και βγαίνουν πριν –και αφού– η πράξη έχει συντελεστεί.
Αυτή η απογυμνωμένη από ερμηνείες, εξιδανικεύσεις και μαλάματα, πετρώδης, χώρα είναι οι ρίζες μας. Σκληρή ενίοτε και αφιλόξενη. Η σπουδαία αυτή ταινία είναι μια διαρκής υπόμνηση ότι οι τόποι «κλείνουν» συχνά όπως οι πόρτες. Τι συμβαίνει πίσω από αυτές, κάποτε το μαθαίνουμε, κάποτε όχι. Η «Αναπαράσταση» δεν είναι μία. Είναι πολλές. Οσες φορές και να τη δούμε δεν είναι ποτέ ίδια. Μας ακολουθεί και μας παρακολουθεί. Διαπεραστικά και αδιάλειπτα μέσα στον χρόνο.

