Δεν ξέρω αν τα πράγματα ήσαν πάντα έτσι. Οι ερωτικές φαντασιώσεις, οι διαστροφές, δεν είναι επινόηση των καιρών μας σίγουρα. Ομως υπάρχουν διαφορές που χαρακτηρίζουν την κοινωνική συμπεριφορά. Είναι τελείως διαφορετικό κάποιος ενήλικος να επιθυμεί ανήλικα πλάσματα, αγόρια ή κορίτσια, και να υποφέρει από τις φαντασιώσεις του και τελείως διαφορετικό να τις πραγματώνει. Στην πρώτη περίπτωση, του χρειάζεται ιατρική αρωγή. Στη δεύτερη, εγκληματεί. Οσοι γνωρίζουν λένε πως η σεξουαλική κακοποίηση ενός παιδιού είναι ένα ψυχικό τραύμα που δεν επουλώνεται ποτέ. Στην περίπτωση της σεξουαλικής φαντασίωσης, το θύμα είναι ο ίδιος που την υφίσταται. Οποιος την πραγματώνει γίνεται ο ίδιος θύτης. Η καλλιτεχνική δημιουργία στην περίπτωση λειτουργεί θεραπευτικά· ποίηση, λογοτεχνία, ζωγραφική, ακόμη και μουσική. Αν δεν θέλεις να γίνεις δολοφόνος, γίνε συγγραφέας.
Προχθές (4/11) ανέφερα δύο περιπτώσεις σημαντικών συγγραφέων που οι ανήλικες κορασίδες άγγιζαν την ερωτική τους ευαισθησία. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, αυτού του τύπου η ερωτική σχέση μού είναι τελείως ξένη. Για να λειτουργήσω ερωτικά θέλω ισοτιμία, κοινώς τη δυνατότητα να μοιραστώ εμπειρίες με τη σύντροφό μου. Συγγνώμη για την εξομολόγηση, όμως έχουμε φτάσει στο σημείο να πρέπει να εξηγούμε το κάθε τι. Η καχυποψία πολλών αναγνωστών ανταγωνίζεται την αδυναμία κατανόησης κειμένου.
Αναφέρθηκα λοιπόν στον Λιούις Κάρολ και στον δικό μας Ανδρέα Εμπειρίκο. Τις προάλλες είχα αναφερθεί στον Ναμπόκοφ και στη Λολίτα του – κύριο όνομα που έχει γίνει επιθετικός προσδιορισμός. Κανείς απ’ αυτούς δεν θεωρήθηκε «παιδόφιλος». Πάμε παρακάτω. Ο Λιούις Κάρολ έγραψε την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», άφησε μια πλούσια συλλογή από φωτογραφίες κοριτσιών –ουδόλως πορνογραφικές– και μια αλληλογραφία με μικρές φίλες του.
Θέλω να πω κάτι απλό, ή όχι και τόσο απλό. Είναι η απόσταση που χωρίζει τη δημιουργία, την ποιητική δημιουργία, από την πραγματικότητα. Και το γράφω αυτό, διότι ο συγγραφέας των παιδικών βιβλίων που συνελήφθη και κατηγορείται για παιδική πορνογραφία επικαλείται τις ανάγκες του έργου του για να υπερασπιστεί τις ενδεχόμενες εγκληματικές του δραστηριότητες. Είναι, βλέπετε, η μεγάλη γοητεία της μετανεωτερικότητας. Οπως ο Γιαν Φαμπρ κακοποιούσε γάτες, έτσι και ο εν λόγω κακοποιεί ανήλικα. Η υπεράσπιση αυτού του κυρίου στηρίζεται στη βλακώδη ταύτιση της λογοτεχνικής δημιουργίας με τα reality. Η λογοτεχνία δεν είναι reality. Και όταν αυτός ο κύριος ισχυρίζεται ότι συνέλεγε υλικό παιδικής πορνογραφίας για να το χρησιμοποιήσει στο έργο του μπορεί να βοηθάει την υπεράσπισή του. Και είναι δικαίωμά του. Τραυματίζει όμως καίρια την αντίληψη του κοινού για το έργο του συγγραφέα. Είναι προφανές ότι αυτό δεν τον ενδιαφέρει. Ομως, λυπάμαι, εμένα με ενδιαφέρει περισσότερο από την ποινική του μεταχείριση και την κατάληξή της.
Τους τελευταίους μήνες ζήσαμε το πορνογραφικό θέαμα της φρίκης. Είχαν προηγηθεί τα θεατρικά. Ακολούθησαν η κακοποίηση του δωδεκάχρονου κοριτσιού στα Σεπόλια, ο μαστροπός της και οι πελάτες του. Χειρότερα ακόμη: η κακοποίηση ανήλικων από τον ίδιο τους τον πατέρα. Σκέφτηκα ότι η μεγάλη τραγική ποίηση έχει σκεφτεί όλα τα δεινά της ανθρώπινης συνθήκης. Αυτό ωστόσο δεν τόλμησε να το σκεφτεί. Ζήσαμε επίσης και έναν καταιγισμό ηθικολογίας με τον οποίον, υποτίθεται, η ελληνική κοινωνία θα επούλωνε τα ηθικά της τραύματα. Χωρίς να θέλω να φανώ κυνικός, θα κάνω την πρόβλεψη ότι όλ’ αυτά θα έχουν παραμερισθεί σε λίγες εβδομάδες, όμως τα λαγούμια που άνοιξαν στο υποσυνείδητο θα παραμείνουν.
Λαγούμια είπατε; Ναι, είναι τα λαγούμια της δυσπιστίας. Οταν ένας εμπορικός συγγραφέας, μέτριος, κακός ή όχι, συνδέει τη δημιουργική δουλειά του με κάποιου τύπου εγκληματική δραστηριότητα, τότε οι διαδρομές είναι δεδομένες.
Δεν έχω σχέση με την παιδική λογοτεχνία. Ομως, όταν κάποιος μου λέει ότι αυτή έχει σχέση με την παιδική πορνογραφία, δεν κουμπώνομαι απλώς.

